Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010

Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ


Μόλις λίγο πριν την επέτειο της 25ης Μαρτίου, η βιομηχανία Diana, ανακοίνωνε στους εργαζόμενους της τις υποχρεωτικές άδειες για το Πάσχα. Το τίμημα της οικονομικής κρίσης θα είναι βαρύ.

Το κομματικό σύστημα καρτέλ

Η κρίση ανατρέπει τον μέχρι σήμερα τρόπο λειτουργίας των ελίτ. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα εμπίπτει στην ανάλυση του κομματικού συστήματος καρτέλ[1]. Τα χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος είναι κατά πρώτον, η απόλυτη διασύνδεση του κόμματος με το κράτος. Το κράτος δεν αποτελεί πλέον συλλογικό εκφραστή της κοινωνίας και καθίσταται εργαλείο της αναπαραγωγής του κομματικού συστήματος καρτέλ. Έτσι, το σύστημα φρόντισε να εξασφαλίσει την χρηματοδότηση των κομμάτων μέσα από τις κρατικές επιχορηγήσεις, ενώ διαδεδομένη ήταν η χρήση των δημόσιων κονδυλίων για την υπόγεια χρηματοδότηση τόσο προσωπικά των πολιτικών, όσο και του κομματικού μηχανισμού (Βλέπε αγορά του αιώνα, Ζήμενς κ.λπ.).
Κατά δεύτερον, το σύστημα, από τη στιγμή που αναλάβει την εξουσία, προχωρεί σε εκείνες τις παρεμβάσεις έτσι ώστε να διαιωνίσει την θέση του, αποδυναμώνοντας τη σύνδεσή του με την κοινωνία. Τα κόμματα παύουν να αποτελούν κοινωνικούς φορείς και καθίστανται οργανισμοί οι οποίοι επιδιώκουν ίδια συμφέροντα.
Η καρτελοποίηση των κομμάτων και του κομματικού συστήματος συνδέεται επίσης με το φαινόμενο της όλο και μεγαλύτερης ομοιότητας μεταξύ των κομματικών προγραμμάτων[2].
Μια από τις παθογένειες της λειτουργίας του κομματικού συστήματος καρτέλ είναι και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δηλαδή το γεγονός ότι εισάγουμε πολύ περισσότερα από ό,τι εξάγουμε. Η συστηματική υπονόμευση της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας γίνεται για τον απλούστατο λόγο ότι οι πολιτικές ελιτ δεν επιθυμούν έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα, διότι η δημιουργία ενός τέτοιου τομέα δημιουργεί έναν πολιτικά ανεξέλεγκτο παράγοντα. Επιπλέον, όσον αφορά στις εξαγωγές, η ανάγκη του κυρίου Σημίτη να διατηρήσει την πολιτική ηγεμονία, οδήγησε στην πολιτική της σκληρής δραχμής, η οποία μακροπρόθεσμα, και σε συνάφεια και με άλλους παράγοντες υπονόμευσε τις εξαγωγικές δυνατότητες της χώρας.

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Άντονι Γκίντενς, Η πολιτική των κλιματικών αλλαγών


Το βιβλίο του Άντονι Γκίντενς Η πολιτική των κλιματικών αλλαγών δεν είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς που εντρυφεί σε τέτοια ζητήματα. Πριν από πέντε χρόνια εκδόθηκε στη σειρά μας το βιβλίο του Τζον Μπέλαμι Φόστερ Οικολογία και καπιταλισμός. Για μια σειρά που διαπραγματεύεται τις αναμετρήσεις που διαμορφώνουν τον τρέχοντα αιώνα, το ζήτημα της φύσης και της σχέσης ανθρώπινου πολιτισμού και φύσης είναι σίγουρα ένα από τα κεντρικά ζητήματα.
Το βιβλίο του Γκίντες αποτελεί μια πρώτη εισαγωγή, όχι σε αυτό καθεαυτό το θέμα των κλιματικών αλλαγών, αλλά στο ποιες είναι οι αναγκαίες πολιτικές και, θα συμπληρώναμε, οι αναγκαίες κοινωνικές αλλαγές, έτσι ώστε η ανθρωπότητα να αποτρέψει το φαινόμενο των κλιματικών αλλαγών.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Μετανάστευση και αγορά εργασίας


Παγκοσμιοποίηση και μετανάστευση

Η σύγχρονη μετανάστευση, και μιλάμε για τα μεταναστευτικά ρεύματα ήδη από τον 19ο αιώνα, δεν είναι παρά στοιχείο των δυνάμεων εκβιομηχάνισης της Δύσης και κυριαρχίας του παραγωγικού της μοντέλου. Πράγματι, τονίζει ο  Ολιβιέ Ανεκουίν «Η εκβιομηχάνιση της Δύσης, συνεισέφερε στην άνοδο των μεγαλύτερων μεταναστευτικών κινήσεων που κατεγράφησαν ως τότε»[1]. Σήμερα, στην τρίτη φάση της παγκοσμιοποίησης[2], η μετανάστευση αποτελεί και πάλι δυναμική παράμετρο των παράλληλων δυναμικών της απελευθέρωσης του εμπορίου και της κίνησης κεφαλαίων, δυναμικών που έχουν καταστεί απαραίτητες για την συντήρηση της κυριαρχίας της Δύσης και της παγκοσμιοποίησης. Όχι τυχαία, οι «φίλα διακείμενοι» στην παγκοσμιοποίηση και τη μετανάστευση βρίσκονται στο ίδιο στρατόπεδο, διατρέχοντας όλο το πολιτικό φάσμα, από τους νεοφιλελεύθερους, έως τους σοσιαλ-φιλελεύθερους και τους αριστεριστές-αντιεξουσιαστές.
Σημαντικό στοιχείο στην αύξηση της έντασης των μεταναστευτικών ροών αποτέλεσε, και αποτελεί, η υιοθέτηση του σημερινού μοντέλου της παγκοσμιοποίησης. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση ήταν συγκεκριμένη πολιτική επιλογή των κυρίαρχων δυτικών ελίτ και κυρίως των Αμερικάνων μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως επισημαίνεται από την τελευταία έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, αντί της απελευθέρωσης του εμπορίου –και της συναφούς ενίσχυσης των μεταναστευτικών ρευμάτων– «η διεθνής κοινότητα θα μπορούσε να είχε επιλέξει άλλο δρόμο. Τα εθνικά κράτη του κόσμου θα μπορούσαν να επιλέξουν τις ιδιαίτερα αυτάρκεις, έγκλειστες και περιχαρακωμένες οικονομίες. Θα μπορούσαν να είχαν αποφασίσει ότι η οικονομική απομόνωση συνιστά μικρό τίμημα μπροστά στη διατήρηση των ισχυρών εθνικών ταυτοτήτων, της κοινωνικής ηρεμίας και αρμονίας και της μέγιστης ασφάλειας εντός των συνόρων τους. Αντιθέτως προτίμησαν να στοχεύσουν στην παγκόσμια δικτύωση των παραγωγικών συστημάτων και στην αυξανόμενη διευκόλυνση και βελτιστοποίηση των ροών του εμπορίου»[3]. Με ότι βέβαια συνεπάγονται αυτές οι δυναμικές. Δηλαδή, την ανάπτυξη των κοινωνικών ανισοτήτων, την υπονόμευση της κοινωνικής συνοχής, την επέκταση των διεθνών εγκληματικών δικτύων, την επέκταση των ναρκωτικών, την παγκόσμια σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών, την συντήρηση της φτώχειας και της υπανάπτυξης, την εγκατάλειψη της περιφέρειας, την υπερχρέωση αρκετών χωρών του Τρίτου Κόσμου, την διαρροή ειδικευμένων εργαζομένων από τις αναπτυσσόμενες χώρες προς τις ανεπτυγμένες.

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Η προσέγγιση της ΕΕ στην υιοθέτηση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και η ελληνική περίπτωση


(Εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο "Κοινωνικές ανισότητες στη σύγχρονη Ελλάδα". Διοργάνωση   Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών-Επιστημονική Εταιρεία για την Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη, Αθήνα, 27-28 Νοεμβρίου 2009)

Η παρουσίαση θα αναπτυχθεί σε πέντε άξονες. Κατά πρώτον θα γίνει μια μικρή αναφορά στη συζήτηση για το βασικό εισόδημα και τις παραλλαγές του. Αυτό είναι απαραίτητο έτσι ώστε να διαμορφωθεί το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συζήτηση για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Ο δεύτερος άξονας αφορά την  ευρωπαϊκή πολιτική για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Είναι ουσιαστικής σημασίας γιατί όπως έχει τονίσει ο Σακελλαρόπουλος «η γνώση και αφομοίωση των υπερεθνικών κοινωνικών πολιτικών αποτελεί σήμερα απαραίτητο όρο σχεδιασμού και υλοποίησης κοινωνικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο» (Σακελλαρόπουλος, 2001:15). Πόσο μάλλον, όταν αυτός ο οργανισμός είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο τρίτος άξονας αφορά την αντίδραση της Ελληνικής Πολιτείας στην Ευρωπαϊκή σύσταση. Ο τέταρτος την καταγραφή των ιδιαιτεροτήτων τους συστήματος κοινωνικής προστασίας της χώρας. Τέλος, θα γίνει μια προσπάθεια περιγραφής της μεθόδου για την εισαγωγή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στη χώρα μας.

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


Τι είναι η κοινωνική οικονομία;
Η κοινωνική οικονομία αποτελεί εκείνο το μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων, του οποίου οι φορείς, οι οργανισμοί και οι επιχειρήσεις, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, δεν ανήκουν ούτε στον κρατικό τομέα ούτε στον κλασσικό επιχειρηματικό τομέα. Από τον κρατικό τομέα διακρίνονται λόγω της αυτονομίας και της δημοκρατικής δομής που διαθέτουν στη λήψη αποφάσεων, αλλά και του επιχειρηματικού τους πνεύματος. Από τον κλασσικό επιχειρηματικό τομέα διαφέρουν λόγω της προτεραιότητας που αποδίδουν στην εκπλήρωση των κοινωνικών στόχων της επιχείρησης και όχι στην επιδίωξη του κέρδους. Οι επιχειρήσεις που απαρτίζουν τον τομέα περιλαμβάνουν συνεταιρισμούς, συλλόγους, ενώσεις, ιδρύματα, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, εταιρίες αλληλοβοήθειας. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι αφιερωμένη σε αυτήν, η κοινωνική οικονομία στην Ευρώπη απασχολεί 11 εκατομμύρια άτομα και ο αριθμός των εμπλεκόμενων σε αυτήν συνολικά αγγίζει τα 160 εκατομμύρια άτομα (μέλη, εθελοντές, εργαζόμενοι κ.λπ)[i]. Με άλλα λόγια μιλάμε για ένα φαινόμενο με ιδιαίτερα μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό βάρος, το οποίο στη χώρα μας έχει τύχει ελάχιστης προσοχής.

Και τώρα με την κρίση τι να λέμε για την κοινωνική οικονομία;
 Η κρίση αποτελεί προϊόν της αποτυχίας κάποιων εργαλείων που χρησιμοποιούσαμε έως σήμερα. Αποτελεί λοιπόν ευκαιρία και απαιτεί για την διέξοδο από αυτήν νέα εργαλεία ή/και επαναπροσδιορισμό παλαιότερων εργαλείων. Η κρίση στη χώρα μας αποτελεί μια καλή ευκαιρία για έναν ώριμο διάλογο περί της κοινωνίας και της οικονομίας που θέλουμε για το αύριο[ii]. Και για να είναι ανταγωνιστική αυτή η κοινωνία και η οικονομία του αύριο θα πρέπει όλοι να συνεισφέρουμε σε αυτή και όλοι να έχουμε ίσες ευκαιρίες σε αυτή.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΚΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ


Εισήγηση στην Διεθνή Ημερίδα της Επιστημονικής Εταιρείας για την Κοινωνική Συνοχή και Ανάπτυξη Άνεργοι και εργαζόμενοι φτωχοί την εποχή της κρίσης. Η Ευρωπαϊκή στρατηγική της κοινωνικής ενσωμάτωσης, 16 Ιουλίου 2009, Ξενοδοχείο Τιτάνια, Αθήνα

Η πρώτη επαφή με την έννοια της ΑΜΣ ήταν κατά τη διάρκεια των εργασιών μου στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης. Αργότερα, όταν τοποθετήθηκα στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, η ΑΜΣ, από μελετητικό αντικείμενο μετετράπη σε καθημερινή αναγκαιότητα.
Σε αυτή τη φάση άρχισε να γίνεται πιο ευδιάκριτη, τόσο η δυνατότητα λειτουργίας της ΑΜΣ στο εθνικό επίπεδο όσο και η σχέση μεταξύ πανευρωπαϊκού και εθνικού επιπέδου.
Κατ’ αρχάς θα αναφερθώ για το πως βλέπω τη λειτουργία της ΑΜΣ στο εθνικό επίπεδο.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Ρόμπερτ Α. Νταλ, Περί πολιτικής ισότητας


Με ιδιαίτερη χαρά φιλοξενούμε στη σειρά «Αναμετρήσεις με τον 21ο αιώνα» το δοκίμιο του Ρόμπερτ Νταλ «Περί Πολιτικής Ισότητας». Αυτό για δύο λόγους. Πρώτον γιατί ο ίδιος ο Ρόμπερτ Νταλ, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale, είναι ένας από τους πιο γνωστούς και με μεγάλη επιρροή πολιτικούς επιστήμονες της εποχής μας. Οι μελέτες του για τη δημοκρατία, την πολιτική συμμετοχή και την πολιτική ισότητα έχουν συνεισφέρει αποφασιστικά και έχουν ασκήσει ιδιαίτερη επίδραση στο διάλογο για τη δημοκρατία και τα δημοκρατικά δικαιώματα.
Κατά το δεύτερο λόγο, αυτό το μικρό αλλά ιδιαίτερα περιεκτικό βιβλίο, καταπιάνεται με ένα ζήτημα που συνιστά ένα από τα πιο κρίσιμα προβλήματα των κοινωνιών του εικοστού πρώτου αιώνα: το ζήτημα της αύξησης των ανισοτήτων και ιδιαίτερα των σημαντικών επιπτώσεων που αυτές έχουν στην ίδια τη δημοκρατία και το μέλλον της.