Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2002

ΜΟΝΤΕΛΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


ΠΕΡΙΛΗΨΗ



Οι κυρίαρχες ιδεολογίες που με τις αρχές τους, σήμερα, διαμορφώνουν τα αντίστοιχα μοντέλα κοινωνικής πολιτικής είναι ο νεοφιλελευθερισμός, η σοσιαλδημοκρατική εκδοχή του Τρίτου Δρόμου και ο συντηρητισμός. Ο πρώτος στρέφεται ενάντια στο ίδιο το κράτος πρόνοιας και ζητά την κατάργησή του. Η κοινωνική προστασία θα πρέπει να περιορίζεται σε ένα ελάχιστο δίχτυ προστασίας. Ο Τρίτος Δρόμος αποδέχεται την κριτική του νεοφιλελευθερισμού για το κράτος πρόνοιας και πολλές από τις προτάσεις πολιτικής του αλλά επιμένει στη διατήρηση των αρχών της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι συντηρητικοί, που συνέβαλλαν αποφασιστικά στην δημιουργία του κράτους πρόνοιας, εμμένουν στη διατήρησή του αλλά αποδέχονται κάποιες προτάσεις των νεοφιλελεύθερων. Στην Ελλάδα, η συζήτηση επικεντρώνεται γύρω από τις απόψεις των νεοφιλελεύθερων και αυτές του Τρίτου Δρόμου. Ωστόσο, απουσιάζει μια ολοκληρωμένη πρόταση για την εξέλιξη της κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας ενώ επικρατεί ασάφεια ως προς τον εννοιολογικό καθορισμό των διακηρυγμένων αρχών των φορέων που εμπλέκονται στη συζήτηση. Η ασάφεια αυτή επεκτείνεται και στα μέτρα πολιτικής που προτείνονται με αποτέλεσμα την αδυναμία οργάνωσης ενός συνεκτικού και ορθολογικού συστήματος κοινωνικής πολιτικής.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2002

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ


ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Τα τελευταία χρόνια γίνεται μεγάλος λόγος για την κρίση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Η κρίση αυτή οφείλεται σε δημογραφικούς και δημοσιονομικούς παράγοντες. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αλλά και Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας είναι δύο οργανισμοί οι οποίοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις μελλοντικές εξελίξεις αυτών των συστημάτων.
Το ΔΝΤ κλίνει σαφώς προς την υιοθέτηση κεφαλαιοποιητικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Τα στοιχεία, ωστόσο, που παρουσιάζονται στις μελέτες του, φαίνονται να αντικρούουν τόσο το επιθυμητόν όσο και την αποτελεσματικότητα αυτών των συστημάτων. Η πολιτική του ΔΝΤ για μια εξατομίκευση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας φαίνεται να κατευθύνεται από ιδεολογικού τύπου αρχές και όχι από ανάγκες μεταρρύθμισης των συστημάτων.
Το ΔΓΕ είναι ενάντιο προς τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα. Θεωρεί ότι η κρίση που αντιμετωπίζουν τα συστήματα είναι η αδυναμία τους να καλύψουν το σύνολο του πληθυσμού. Κριτικάρει τις απόψεις περί αντιπαραγωγικότητας της κοινωνικής προστασίας και καταδεικνύει την θετική της συνεισφορά τόσο στην οικονομική ευημερία όσο και στην ασφάλεια των ανθρώπων. Παράλληλα προτείνει μια σειρά μέτρων που κύριο στόχο έχουν την τόνωση της παραγωγής και της απασχόλησης αφού αυτό θεωρείται ως το κύριο πρόβλημα σήμερα.

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2002

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ: Το παρόν, το παρελθόν και μέλλον της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής μέσα από τις συνθήκες




ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΡΗΤΡΕΣ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΘΕΜΕΛΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ:
Το παρόν, το παρελθόν και μέλλον της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής μέσα από τις συνθήκες



Επιβλέποντες:
Αμίτσης Γαβριήλ
Κοντιάδης Ξενοφών



Σεμινάριο: Δίκαιο κοινωνικής πολιτικής



Σπουδαστής:
Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας


Αθήνα-Φεβρουάριος 2002








Ήδη από τις Συνθήκες ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ΕΚΑΧ και την ΕΟΚ, τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής της πολιτικής γίνονται εμφανή: η κοινωνική πολιτική είναι παρεπόμενο της οικονομικής ολοκλήρωσης και κατά κύριο λόγο πρέπει να υποβοηθά αυτή την ολοκλήρωση και να καθησυχάζει τους εργαζόμενους. Η κύρια φιλοσοφία της ΕΕ παραμένει αξιοσημείωτα σταθερή στον μισό περίπου αιώνα της ύπαρξής της και συνοψίζεται στο τρίπτυχο ανάπτυξη-ανταγωνιστικότητα-απασχόληση. Οι προσπάθειες για μια πιο ευρεία πολιτική στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής αναζωπυρώθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980-αρχές δεκαετίας 1990 με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, τον Κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων και αργότερα με το Πρωτόκολλο Κοινωνικής Πολιτικής της Συνθήκης του Μάαστριχ. Η Συνθήκη του Άμστερνταμ θέτει τις βάσεις για την πολιτική της Ένωσης στα τέλη του αιώνα και τις αρχές του επομένου, δίνοντας έμφαση στο προαναφερθέν τρίπτυχο ανάπτυξη-ανταγωνισμός-απασχόληση. Η τελευταία γίνεται ο κεντρικός στόχος της κοινωνικής πολιτικής της Ένωσης, η οποία θεωρεί ότι η αύξηση των επιπέδων απασχόλησης θα δώσει λύση στα κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την ενωμένη Ευρώπη. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων επιζητεί να διευρύνει τα όρια της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής, η ανακήρυξή του ωστόσο σε μη δεσμευτικό κείμενο αναβάλει την υιοθέτηση της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη ως αρχή της ΕΕ. Η διεύρυνση της ΕΕ και η επιμονή σε μια κοινωνική πολιτική που στόχο της έχει την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας προοιωνίζουν ένα μάλλον προβληματικό μέλλον για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2001

Ο διάλογος Lippmann-Dewey: η κοινότητα και οι διανοούμενοι


Τα όνειρα σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα
Μπορεί και οι φροϋδιστές να ’ρθουν στην εξουσία
Διονύσης Σαββόπουλος

Καθώς η θρησκεία παρεχώρησε τη θέση της στον νόμο ως την κυριότερη πηγή της κοινωνικής συνοχής και ο νόμος, με τη σειρά στην κοινωνική θεραπεία, οι ιθύνουσες τάξεις δεν επιδίωκαν πια την διαμεσολάβηση των αξιώσεων τους με αναφορά στη νομιμοποίηση. Αναφέρονταν μόνον στην αδιαμεσολάβητη εξουσία του γεγονότος. Ζητούσαν από τον πολίτη ή τον εργάτη όχι να υποκύψουν στη νόμιμη εξουσία αλλά να υποκύψουν στην ίδια την  πραγματικότητα.
Christopher Lasch

Θεωρώ ότι μια από τις κυριότερες δυνάμεις που έχει διαμορφώσει τις δυτικές κοινωνίες στη διάρκεια του 20ού αιώνα είναι η διαίρεση μεταξύ διανοητικής και χειρονακτικής εργασίας. Ένα φαινόμενο που συνοδεύει τη διαδικασία αυτή είναι η αποδιάρθρωση των ανθρώπινων κοινοτήτων και η άνοδος της infrastructural δύναμης του κράτους[1]. Οι διανοούμενοι ως ένα από τα κεντρικά δρώντα υποκείμενα που ταυτόχρονα ακολουθούσαν αλλά και ενέπνευσαν αυτή τη μεταβολή προσπαθούν να ορίσουν και πάλι την θέση τους μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Έτσι, από τη μια πλευρά, έχουμε αυτούς που θαμπωμένοι από το εύρος των αναδυόμενων δυνατοτήτων έταξαν εαυτούς στον σκοπό της «προόδου», του φιλελευθερισμού, της νεωτερικότητας και από την άλλη έχουμε την πολύ πιο αδύναμη πλευρά των -ας μας επιτραπεί να τους αποκαλέσουμε έτσι- κοινοτιστών.

Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2000

ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ-ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ


Συγγραφέας: 
Κώστας Γεώρμας
Στο κείμενο που ακολουθεί θα προσπαθήσω να παρουσιάσω το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα τελευταία γεγονότα που έχουν συνταράξει τη γη της Παλαιστίνης ελπίζοντας να αποδώσω την πραγματική διάσταση των εκεί τεκταινομένων.
Τα σχέδια για τη βελούδινη γενοκτονία
Οι σκέψεις και οι μελέτες για τον κατακερματισμό των κατεχομένων εδαφών δημοσιοποιούνται ήδη το 1967[1]. Φυσικά, ο κύριος στόχος είναι η σταθεροποίηση των κερδών, τα οποία είχαν οι ισραηλινοί μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις με τις οποίες επέβαλαν την απόλυτη εξουσία τους πάνω στη γη της Παλαιστίνης. Εκείνη την εποχή εμφανίζεται το Σχέδιο Άλον με κύριο στόχο τον αποκλεισμό των πιο πυκνοκατοικημένων παλαιστινιακών περιοχών για την εξασφάλιση του εβραϊκού χαρακτήρα του κράτους. Κύριο στοιχείο του σχεδίου ήταν η δημιουργία τριών παλαιστινιακών θυλάκων: βόρεια Λωρίδα της Γάζας, βόρεια περιοχή της Δυτικής Όχθης και η περιοχή Χαλίλ (Χεβρώνας) -μάλιστα η Βηθλεέμ και η Ιερουσαλήμ δεν συμπεριλαμβάνονται. Το σχέδιο δεν έγινε δεκτό λόγω των προβλημάτων που προέκυπταν από αυτό -δεν ανταποκρινόταν στην αρχή του “μέγιστου διαχωρισμού”- αλλά και λόγω της Ιντιφάντα. Άλλα σχέδια που παρουσιάστηκαν ήταν η “Πρόταση των θυλάκων”, κύριο στοιχείο της οποίας ήταν η ενσωμάτωση του 90% των εποικισμών στο εβραϊκό κράτος, ενώ το παλαιστινιακό “κράτος” αποτελούνταν από μικρότατα και ασύνδετα “μπαντουστάν” στις προαναφερθείσες περιοχές. Τέλος, το Κέντρο Στρατηγικών Μελετών της Γιάφφα πρόκρινε μια άλλη πρόταση που προέβλεπε μια συνεχόμενη περιοχή, η οποία θα ανήκε στους Παλαιστινίους, καθώς και μεγάλο μέρος της Λωρίδας της Γάζας. Όμως, ολόκληρη η περιοχή του Ιορδάνη ποταμού και η Ιερουσαλήμ θα υπάγονταν στον απόλυτο έλεγχο των Ισραηλινών. Καμία μερίδα των ισραηλινών ελίτ δεν συγκατένευσε στην παραχώρηση έστω και επιφανειακής “κυριαρχίας” των Παλαιστινίων επί της Ιερουσαλήμ[2]. Αυτό βέβαια για δύο λόγους: Η Ιερουσαλήμ αποτελεί το κέντρο όχι μόνον της πολιτιστικής δραστηριότητας των Παλαιστινίων, αλλά και το κέντρο της οικονομικής τους δραστηριότητας. Απώλεια της Ιερουσαλήμ σημαίνει απώλεια όχι μόνον της παλαιστιανικής ταυτότητας, αλλά και απώλεια της μελλοντικής τους δυνατότητας να υπάρξουν με κάποιο βαθμό αυτονομίας.

Τετάρτη 3 Μαΐου 2000

Η ελληνική ταυτότητα και οι ταυτότητες: Ο σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, η εξουσία και η κοινωνία των πολιτών


Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας «εκκαθάριζε» την ταυτότητα των Παλαιστινίων από «πεπαλαιωμένα», «αντιεκσυγχρονιστικά» και «μισαλλόδοξα» στοιχεία όπως τα -εκπεφρασμένα και σε αποφάσεις του ΟΗΕ- δικαιώματά τους στην κατεχόμενη από τους Ισραηλινούς Ιερουσαλήμ, μια άλλη ταυτότητα συντάραξε την πολιτική σκηνή: πρέπει να αναγράφεται ή όχι το θρήσκευμα στην ταυτότητα; πρέπει να ακολουθήσουμε και εμείς τα άλλα «πολιτισμένα» κράτη και να «εξωπετάξουμε»[1] όλα αυτά τα κατάλοιπα του παρελθόντος έτσι ώστε «να μην είμαστε επιτέλους μόνοι μας» -όπως ανέκραζε μετά την είσοδό μας στην ΟΝΕ δημοσιογράφος γνωστού συγκροτήματος- και να συμμετέχουμε και εμείς στην χορεία των νηφάλια βομβαρδιζόντων νέων υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;
Πιστεύω ότι το θέμα ποσώς έχει να κάνει με την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων. Πέραν από ένα μικρό κύκλο επιστημονίσκων, οι οποίοι ακριβώς λόγω του ότι δεν τολμούν να τα βάλουν με την εξουσία στα μεγάλα θέματα του συντάγματος -Τι γίνεται για παράδειγμα με την προστασία του περιβάλλοντος και τους Ολυμπιακούς; Τι γίνεται με την διάλυση του κοινωνικού κράτους και την καταδίκη σε φτώχεια του ενός τετάρτου τουλάχιστον των Ελλήνων;  ην συγκέντρωση της έκφρασης μέσω του τύπου σε λίγα χέρια;- βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία της προβολής τους από τα ΜΜΕ, το ζήτημα των ταυτοτήτων είναι άμεσα συναρτώμενο με την προετοιμασία του εδάφους για την εφαρμογή των νέας, περιφερειακής θέσης της Ελλάδας στην νέα τάξη πραγμάτων.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 1997

INDIVIDUAL, NATION, GLOBALIZATION


  In this paper, I want to investigate the collective action on the level of nation. I will try to show 1) Why the nation has characteristics which impede social scientists to grasp its nature. 2) I will try to offer a first  definition of nation 3)   I want to see the relation between nation, person and globality.  4)  Finally, to lay out some elements for a democratic approach to nation.

NATION: THE UNGRASPABLE REALITY?

One of the most tantalizing issues in social sciences is the definition of nation. (nation-ethnicity-national identity will be used as interchangeable terms in this paper)  The reasons are similar with these that Melucci points out as regards the approach of social scientists to collective action. One the one hand it has been perceived as “the sum of atomized events, which due to one circumstance or another, come together to form a  collective reality.” (Melucci, paper,45) One the other hand, nation has been tried to be identified with various structures. I think that Hobsbawm has pointed out clearly this impasse: “ People can identify themselves as Jews even though they share neither religion, language,culture, tradition, historical background, blood-group patterns nor an attitude to the Jewish state. Nor does this imply a purely subjective definition of the ‘nation’.” (Hobsbawm,1990, 8)