Τετάρτη, 3 Μαΐου 2000

Η ελληνική ταυτότητα και οι ταυτότητες: Ο σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, η εξουσία και η κοινωνία των πολιτών


Την ίδια στιγμή που ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας «εκκαθάριζε» την ταυτότητα των Παλαιστινίων από «πεπαλαιωμένα», «αντιεκσυγχρονιστικά» και «μισαλλόδοξα» στοιχεία όπως τα -εκπεφρασμένα και σε αποφάσεις του ΟΗΕ- δικαιώματά τους στην κατεχόμενη από τους Ισραηλινούς Ιερουσαλήμ, μια άλλη ταυτότητα συντάραξε την πολιτική σκηνή: πρέπει να αναγράφεται ή όχι το θρήσκευμα στην ταυτότητα; πρέπει να ακολουθήσουμε και εμείς τα άλλα «πολιτισμένα» κράτη και να «εξωπετάξουμε»[1] όλα αυτά τα κατάλοιπα του παρελθόντος έτσι ώστε «να μην είμαστε επιτέλους μόνοι μας» -όπως ανέκραζε μετά την είσοδό μας στην ΟΝΕ δημοσιογράφος γνωστού συγκροτήματος- και να συμμετέχουμε και εμείς στην χορεία των νηφάλια βομβαρδιζόντων νέων υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;
Πιστεύω ότι το θέμα ποσώς έχει να κάνει με την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων. Πέραν από ένα μικρό κύκλο επιστημονίσκων, οι οποίοι ακριβώς λόγω του ότι δεν τολμούν να τα βάλουν με την εξουσία στα μεγάλα θέματα του συντάγματος -Τι γίνεται για παράδειγμα με την προστασία του περιβάλλοντος και τους Ολυμπιακούς; Τι γίνεται με την διάλυση του κοινωνικού κράτους και την καταδίκη σε φτώχεια του ενός τετάρτου τουλάχιστον των Ελλήνων;  ην συγκέντρωση της έκφρασης μέσω του τύπου σε λίγα χέρια;- βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία της προβολής τους από τα ΜΜΕ, το ζήτημα των ταυτοτήτων είναι άμεσα συναρτώμενο με την προετοιμασία του εδάφους για την εφαρμογή των νέας, περιφερειακής θέσης της Ελλάδας στην νέα τάξη πραγμάτων.

Ο χρόνος αυτής της επίθεσης -μετά τις εκλογές, και η πολιτική συγκυρία -μετά-Ελνσίκι εποχή, νέα ευρωπαϊκά δόγματα Φίσερ, εξελίξεις στο μεσανατολικό- καταδεικνύουν ότι η επίθεση αυτή θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση σε όλη την επόμενη περίοδο. Γι’ αυτό το λόγο και όλα τα μέτωπα είναι ανοικτά: «ομαλοποίηση» σχέσεων με Τουρκία, αναβάθμιση του γνωστού για τις φιλοτουρκικές θέσεις του Πατριάρχη εν αντιθέσει με τον Χριστόδουλο, ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ, υπόθαλψη ενεργειών εναντίον της «φίλης» Σερβίας, κατάργηση του όποιου κοινωνικού κράτους, πλήρης ιδιωτικοποίηση, προσπάθεια διάλυσης της Νέας Δημοκρατίας, κλείσιμο αυτόνομων εντύπων -βλέπε το κλείσιμο του ΜΕΤΡΟ, προσπάθεια ταύτισης οποιασδήποτε φωνής περί των εθνικών δικαιωμάτων με την «μισαλλοδοξία», το «φασισμό» και το «ρατσισμό», προσπάθεια «πειθάρχησης» του Αρχιεπισκόπου και συντονισμένη προσπάθεια -τόσο με χρηματοδοτήσεις όσο και από μεγάλου μέρους του προοδευτικού τύπου για την δημιουργία ακροδεξιού πόλου[2].
Όλα αυτά τα μέτρα διαγράφουν τους δύο άξονες της ευρω-αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα: α) Την φίμωση ή περιθωριοποίηση ή εξαγορά κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής της κοινωνίας των πολιτών. β) Την απογύμνωση της ελληνικής ταυτότητας από οποιοδήποτε ουσιαστικό της στοιχείο και τον περιορισμό της στο χώρο του ιδιωτικού -και άρα στο χώρο της κατανάλωσης, της μεταστροφής της ταυτότητας σε καταναλωτικό προϊόν και την αποπομπή της από το πολιτικό προσκήνιο, την διαγραφή της από παράγοντα διαμόρφωσης πολιτικής! Κατά έναν καθόλα ελληνοπρεπή τρόπο όλα αυτά συνανθρώνονται στις επιθέσεις εναντίον του προσώπου του Αρχιεπισκόπου.
Ας ξεκινήσουμε με την προσπάθεια φίμωσης της κοινωνίας των πολιτών. Η πολιτική των νέων σταυροφόρων ως προς τα περιφερειακά κράτη είναι γνωστή: Διάβρωση της ισχύος του έθνους-κράτους, με ταυτόχρονη ενδυνάμωση επιλεγμένων μειονοτήτων -οικονομικών και άλλων. Ο στόχος είναι πολύ απλός: αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της πλειονότητας! Όπως τονίζει και ο κ. Νίκος Τσαγκρής «αυτό το νεότοκο πάθος των κρατικών λειτουργών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, καθώς ξεχειλίζει από τα τηλεοπτικά παράθυρα με αφορμή το θέμα των αυτοτήτων, μοιάζει (αν μη τι άλλο) ύποπτο…»[3]. Το θέμα πιάνει ο Γ. Καλοκαιρινός λέγοντας ότι «Ελλάδα κυβερνούν πλέον οι μειοψηφίες, οι οποίες επιβάλουν το δικό τους δίκιο». Βέβαια, οι μόνες μειοψηφίες που αναφέρει είναι οι …μαθητές που κλειδώνουν τα σχολεία «ξεχνώντας» άλλες -πολύ πιο ισχυρές ίσως για την πένα του, πολιτικές, οικονομικές και εκδοτικές μειοψηφίες![4] Το τέλος του παπανδρεισμού, η γέννηση του νέου ΠΑΣΟΚ σηματοδοτεί λοιπόν κάτι πιο βαθύτερο: το πέρασμα της Ελλάδας στην χορεία εκείνων των κρατών όπου η διακυβέρνηση αφορά μια μειοψηφία απόλυτα εξαρτημένη με τα δυτικά κέντρα εξουσίας και απόλυτα ταυτισμένη με τα δικά τους συμφέροντα. Τα εθνικά, κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα του γηγενούς πληθυσμού περνούν σε δεύτερη μοίρα. Βασικά αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι η μεσανατολικοποίηση -αραβοποίηση αν θέλετε- της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής δομής.[5] Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ήταν μειονότητες που καθόρισαν και το κρίσιμο εκλογικό αποτέλεσμα των τελευταίων εκλογών.

Η κοινωνία των πολιτών και ο Αρχιεπίσκοπος

Στην όλη συζήτηση για τις επιθέσεις εναντίον του Αρχιεπισκόπου αποκρύβεται μια καθοριστική του ιδιότητα, που λίγο έχει να κάνει με την ορθοδοξία: ότι ως εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ενός μη-κυβερνητικού θεσμού, αποτελεί μέρος της κοινωνίας των πολιτών και μάλιστα μια δύναμη που λόγω ιστορικών, κοινωνικών και άλλων παραγόντων κατέχει βαρύνουσα θέση μέσα σε αυτήν! Η επίθεση εναντίον του Αρχιεπισκόπου λοιπόν δεν έχει άλλο στόχο παρά να υποσκάψει και να φιμώσει την τελευταία ίσως αυτόνομη φωνή στα πλαίσια της κοινωνίας των πολιτών. Δεν είναι τυχαίο ότι με την επιλογή του ζητήματος των ταυτοτήτων, η εξουσία, που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι κυβερνά γιατί έχει πιο ανεπτυγμένο και οξυμένο πολιτικό κριτήριο από πάσης λογής αντεξουσιαστές- κατόρθωσε να θέσει με το μέρος της μια ευρεία γκάμα δημοσιογράφων, ανθρώπων των γραμμάτων, αντιιμπεριαλιστών, κ. ά που λίγους μήνες πριν ασκούσαν συστηματική αντιπολίτευση εναντίον της. Ακόμα και το ΚΚΕ, που μετά την εκλογική αποτυχία του ΔΗΚΚΙ, αποτελεί ίσως το μόνο κόμμα μιας άλλης αντίληψης έπεσε στην παγίδα! Η «σύμπτωση» ήταν σατανική: Την ίδια στιγμή που αμερικανοτουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στην Ελλάδα, ο κ. Κολοζώφ[6] ξιφουλκούσε εναντίον της Εκκλησίας χέρι-χέρι με την κυβέρνηση!
Όμως στις επιθέσεις εναντίον του Αρχιεπισκόπου μπορούμε να βρούμε και άλλα στοιχεία της πολιτικής φίμωσης της κοινωνίας των πολιτών. Έχοντας την πείρα από την διάλυση των Οικολόγων-Εναλλακτικών μέσω της συστηματικής προβολής μειοψηφικών μέσα στο κόμμα προσωπικοτήτων μέσα από συγκεκριμένα εκδοτικά συγκροτήματα διότι το κόμμα κινδύνευε να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο από το σύστημα παράγοντα, δεν μπορώ παρά να πικραίνομε για το πώς ακόμα και υποτίθεται έξυπνοι «αντιπολιτευόμενοι του συστήματος» πέφτουν στην παγίδα να κατηγορούν τον Αρχιεπίσκοπο για την παρουσία του στα ΜΜΕ. Κατ’ αρχάς, τα ΜΜΕ παρουσιάζουν μια συγκεκριμένοι άποψη του Αρχιεπισκόπου. Η τακτική είναι γνωστή. Μέσα από μια ωριαία ομιλία του θα επικεντρώσουν στο αθώο ανέκδοτο που του ζητήθηκε από το κοινό. Στόχος: η προσπάθεια παρουσίασης του ως γελωτοποιού. Όταν αυτό δεν είναι αρκετό, προχωρούμε σε σωρεία συνεντεύξεων γνωστών μητροπολιτών που η μόνη τους συνεισφορά στην Ορθοδοξία είναι το μηδέν των πνευματικών τους προβληματισμών και οι συνεντεύξεις τους σε πορνοπεριοδικά. Η τρίτη μέθοδος βέβαια είναι η αποστέρηση από την Εκκλησία των πόρων που χρειάζεται για να καταστεί, όχι «σύγχρονη» αλλά για την καλλιέργεια του προσωπικού που θα μπορούσε να στηρίξει το όραμα για μια δυναμική της παρουσία στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστική η χυδαιότητα με την οποία παρουσιάζεται αυτό: «Κάτω οι τόνοι, πάνω το πακέτο των 126 δισ.».[7] Όλος αυτός ο ωρυμαγδός παραπληροφόρησης έχει συγκεκριμένο στόχο: την αποτροπή της συζήτησης από αυτά που πραγματικά λέει ο Αρχιεπίσκοπος και την διαστροφή των θέσεων του μέσω «φιλικών» νουθεσίες του στυλ «Έχει σπάνια προσόντα ο Αρχιεπίσκοπος και είναι κρίμα να αναλώνονται χάριν της AGB»[8]. Επί της ουσίας μηδέν. Και η ουσία βέβαια είναι «κάποιοι θα θέλανε να ξεχάσουμε το έθνος, τις ρίζες μας. Να μη μιλάμε για αλησμόνητες πατρίδες. Είναι ντροπή να έχουμε διανοούμενους που τα’ χουν ξεπουλήσει όλα»![9] Το γεγονός είναι ένα: Αυτό που ενοχλεί τους παρακαθήμενους της νέας τάξης πραγμάτων είναι ότι υπάρχει ένα πρόσωπο που έχει την δυνατότητα να δονεί ακόμα την κοινή γνώμη πάνω σε ζητήματα που αυτοί προσπαθούν με ολοκληρωτικά μέσα να φιμώσουν. Και αυτό δεν μπορούν να του το συγχωρήσουν.[10] Βέβαια, η λύσσα των ευρωλιγούριδων και λοιπών οπαδών του «Διαφωτισμού» οφείλεται και στην αδυναμία τους να αρθρώσουν συνεκτικό λόγο απέναντι στο λόγο του Αρχιεπισκόπου. Και, ίσως βαθύτερα από αυτό, η συνεχής παραποίηση των λόγων του έχει να κάνει με τον κρυφό φόβο κάθε εξουσίας ότι ο διάλογος θα φέρει στην επιφάνεια ένα κοινό το οποίο δια μέσου τη συμμετοχής σε έναν δυναμικό διάλογο θα αρχίσει να διαμορφώνει πιο καθαρές αρθρωμένες απόψεις καθιστώντας το έτσι επικίνδυνο. Είναι η παρακμή του δημόσιου διαλόγου που καθιστά το κοινό κακοπληροφορημένο μας λέει ο Ch. Lasch στο The Revolt of the Elites[11].

Η ταυτότητα και ο Αρχιεπίσκοπος
Ο δεύτερος μακροπρόθεσμος στόχος δεν είναι άλλος από αυτόν της απογύμνωσης των Ελλήνων από την οποιαδήποτε πολιτιστική τους ποιότητα. Και αυτό το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη δημοκρατία. Η στενή σύνδεση της ανάπτυξης της δημοκρατίας με την ανάπτυξη των εθνών στην Ευρώπη δεν αποτελεί καινό τόπο παρά μόνον για την αποικιοκρατούμενη ελληνική διανόηση (μαρξιστική και φιλελεύθερη)[12]. Ούτε αυτή η επίθεση είναι βέβαια τυχαία και ο σχεδιασμός της προέρχεται από κέντρα που έχουν ιδιαίτερη γνώση επί του θέματος.
Δεν μπορώ όμως εδώ να επιμείνω στο ζήτημα της διασύνδεσης δημοκρατίας και εθνικής συνείδησης. Θα ήθελα όμως να τονίσω μια μάλλον «ξεχασμένη» πλευρά του ζητήματος. Η επίθεση ενάντια στην συλλογικότητα, ενάντια στην άρθρωση λόγου επί των εθνικών ζητημάτων έχει βεβαίως και έναν άλλο στόχο: στο να περιορίσει την κοινωνία των πολιτών στην μερικότητα και να την απογυμνώσει από την δυνατότητάς της να εκφέρει λόγο πάνω στα συνολικά ζητήματα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίος ο τρόπος που παρουσιάζεται το ζήτημα από διάφορους «προοδευτικούς» με προεξάρχουσα την κ. Δαμανάκη. Η τελευταία σε άρθρο της[13] μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη δημιουργία «σταδιακά ένα υπόστρωμα ανοχής στις παρεμβάσεις εξωθεσμικών παραγόντων στην πολιτική ζωή». Θα θυμόσαστε βέβαια ότι όταν παραδόθηκε ο Οτσαλάν στους Τούρκους με μια συντονισμένη ενέργεια που για να είμαστε και δίκαιοι περιελάμβανε Σύριους, Ρώσσους, Τούρκους Ισραηλινούς Αμερικάνους και Έλληνες, είχαμε πάλι την συνεχή αναφορά σε εξωθεσμικούς παράγοντες. Μα ποιοί είναι αυτοί οι σκοτεινοί εξωθεσμικοί παράγοντες; Μα ποιός άλλος εκτός από τους φορείς πολιτικής που εξέρχονται του πλέγματος κυβέρνηση-κόμματα-τύπος. Αυτό βέβαια περιλαμβάνει ένα σύνολο δυνάμεων που απαρτίζουν την «οργανωμένη» κοινωνία των πολιτών από την Επιτροπή ενάντια στους Ολυμπιακούς αγώνες, την Greenpeace, την Εκκλησία, έως βέβαια τα κάθε φορά κοινωνικά κινήματα. Αυτά βέβαια για την ολοκληρωτική σκέψη που κυριαρχεί στον ελληνικό εκσυγχρονιστικό-προοδευτικό χώρο είναι ψιλά γράμματα[14]. Η κ. Δαμανάκη μπορεί να μην τα πηγαίνει καλά στα εκλογικά αποτελέσματα αλλά ουδείς μπορεί να αρνηθεί ότι θέτει το ζήτημα έξυπνα: αυτό που βασικά υπονοεί στο άρθρο της είναι ότι «η πολιτική συμπεριφορά πρέπει να περιοριστεί στην ψήφο»[15]. Πολιτική που χαρακτηριστικά ενστερνίστηκε ο κ. Σημίτης όταν στις παρατηρήσεις του κ. Καραμανλή για κυβερνητικές παρασπονδίες απάντησε, «ο λαός μας εξέλεξε με την ψήφο του»! εισάγοντας τη «δημοκρατική» λογική ότι αφού μας ψηφίζει ο λαός κάνουμε ότι μας αρέσει! Ο απώτατος πολιτικός στόχος βέβαια έγκειται αλλού: «Ένας κεντρικός στόχος μιας τέτοιας εκλογικής διαδικασίας είναι η αποξένωση των μεσαίων στρωμάτων από τον σκληρό πυρήνα της αντιπολίτευσης και η κοινωνικής τους από-κινητοποίηση»[16]!
Πέρα από την προσπάθεια απενεργοποίησης σημαντικών μερίδων του πληθυσμού το ζήτημα των ταυτοτήτων άπτεται και της προσπάθειας μετατροπής των συλλογικών δικαιωμάτων σε ατομικά και βασικά σε «ψυχικές ιδιότητες» που άρα δεν άπτονται του δημοσίου χώρου, εξωπετάγονται στο χώρο του προσωπικού! Παρόμοια ψυχολογικοποίηση της πολιτικής έχουν παρουσιαστεί και σε άλλους κοινωνικούς τομείς. Το γεγονός ότι κάποιος, για παράδειγμα, είναι άνεργος, μεταφράζεται σε αδυναμία του χαρακτήρα του να προσαρμοστεί, για αυτό χρειάζεται εκπαίδευση(!) και συμβουλές. Είναι μια έξυπνη μέθοδος μέσω της οποίας όχι μόνο η ευθύνη μεταφέρεται από το σύστημα στο άτομο αλλά ταυτόχρονα το όλον ζήτημα αποπολιτικοποιείται.[17] Παρόμοια τακτική ακολουθείται και στα εθνικά δικαιώματα.
Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά αυτή τη πτυχή. Ο κ. Λιάκος επισημαίνει[18] ότι η ταυτότητα είναι α) κατασκευασμένη, β) προέρχεται από τη συνολική πολλαπλή εμπειρία μίας συλλογικότητας και γ)ότι οι πολλαπλές μας ταυτότητες έχουν διαβαθμίσεις και συνεχίζει «οι ταυτότητες αφορούν μια κυμαινόμενη εσωτερική αίσθηση η οποία δεν μπορεί να καταγραφεί με κατηγοριοποιήσεις». Μάλλον περίεργη διατύπωση. Από τη μια συλλογική εμπειρία από την άλλη εσωτερική αίσθηση! Δεν θα ήταν πιο σωστό να μιλήσουμε για διπλή διαδικασία; Αλλά ο κ. Λιάκος παραβλέπει αυτό του το ολίσθημα και προχωρεί στο ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι  «Η αξίωση της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, ακόμη και στη μορφή της προαιρετικής αναγραφής αφορά το ζήτημα ποιός διαχειρίζεται της εξουσία της επιβολής και της κατηγοριοποίησης». Με άλλα λόγια τι μας λέει ο κ. Λιάκος; Ότι θα πρέπει να αφήσουμε το δικαίωμα της κατηγοριοποίησης στο κράτος και όχι στην Εκκλησία, διότι το επιχείρημα του μπορεί κάλλιστα να γραφτεί και ως εξής: «Η αξίωση της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες …αφορά το ζήτημα του ποιός διαχειρίζεται την εξουσία της επιβολής…». Δηλαδή αφορά τον κ. Δαφέρμο και μόνον! Η πεμπτουσία του δημοκρατικού διαλόγου! Αντί λοιπόν να οδηγηθεί στο συμπέρασμα της διαλογικής κατασκευής των κατηγοριοποιήσεων μας καλεί να αφήσουμε μόνο του τον οιονδήποτε κ. Δαφέρμο να ασκήσει ελεύθερα την εξουσία του.
Και με τι θα ασχοληθούν οι συλλογικότητες; Μα εμφανώς με την καταναλωτική ατομική ευωχία που μας προσφέρει αφιλοκερδώς η παγκοσμιοποίηση. Ο καθένας από μας μπορεί να βάλει ένα κομμάτι Ελλάδα στο ποτηράκι του και ένα εικόνισμα στο τοίχο του και να αφήσει τα υπόλοιπα στα έμπειρα χέρια του κράτους. Να ποιο πρότυπο προτείνει ο κ. Κούρκουλας για την Εκκλησία «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είναι ζωντανές αποδείξεις του δυναμισμού της Εκκλησίας». Ο δυναμισμός της Εκκλησίας έγκειται λοιπόν σε περιβαλλοντικές κρουαζιέρες ανά την Μεσόγειο… και όχι στη ζωντανή διατήρηση της μύθων και των παραδόσεων ενός λαού. Το άρθρο του κυρίου Κούρκουλα είναι ενδιαφέρον γιατί καλεί την Εκκλησία της Ελλάδος να μην απομακρυνθεί από την «παράδοσή της» «Όταν απομακρυνθεί από την παράδοσή της, όταν αρχίσει να γίνεται κάτι άλλο, διαρρηγνύει αυτόματα το υφιστάμενο πλαίσιο των σχέσεων με την πολιτεία»[19]. Μα για ποια παράδοση μιλά; Μιλά για τους κληρικούς που όπως πήραν τα όπλα για την απελευθέρωση της Ελλάδας; Για τους περήφανους παπάδες του Άρη;

Η νηφαλιότητα και ο φανατισμός
Όπως τόνισα και παραπάνω, ένα μεγάλο μέρος του μονολόγου στα μέσα την προηγούμενη περίοδο ως στόχο είχε την απόκρυψη του τι πραγματικά διακυβεύεται στο ζήτημα των ταυτοτήτων. Στην προσπάθεια τους αυτή οι διάφοροι συγγραφείς δεν δίστασαν να προσφύγουν στην ειρωνεία, τον χλευασμό, την διαστροφή, την απόκρυψη και τις ιστορικές ανακρίβειες. Γράφτηκε κατά κόρον ότι τέτοια ζητήματα  «δεν αποτελούν μέρος του δημόσιου λόγου στα πολιτισμένα κράτη»! προφανώς, σε αυτούς τους βαθύς γνώστες της σύγχρονης πραγματικότητας διαφεύγει το γεγονός των τεράστιων θρησκευτικών διαμαχών που ταλανίζουν την «πατρίδα των ονείρων τους» τις ΗΠΑ. Είναι γνωστό σε όλους το ζήτημα των αμβλώσεων, οι διαμάχες για την ενός λεπτού προσευχή στο σχολείο καθώς και της τρομακτικής επιρροής του χριστιανικού και του εβραϊκού λόμπυ στις ΗΠΑ. Άντε και να θεωρήσουμε ότι οι Αμερικάνοι «είναι λίγο περίεργοι». Παρόμοιες διαμάχες συντάραξαν πριν λίγα χρόνια την Γερμανία πάνω στο θέμα του αν πρέπει οι σχολικές αίθουσες να έχουν εσταυρωμένους. Η οπισθοδρομικότητα μοιάζει μάλλον να ξεκινά από τους προοδευμένους. Και παρόμοιες διαμάχες θα διαπερνούν τις κοινωνίες μας όσο θα υπάρχουν άτομα με διαφορετικές αντιλήψεις και απόψεις τα οποία θα αφήνουν την νηφαλιότητα της καρέκλα τους και θα εμπλέκονται στον παθιασμένο μεν, δημοκρατικό δε, διάλογο.
Το τραγικό στην όλη συζήτηση περί ταυτοτήτων είναι η τρομακτική γύμνια που χαρακτηρίζει την Εκκλησία σε ότι αφορά τα διανοητικά της όπλα. Αλλά παρόμοια γύμνια χαρακτηρίζει και την λεγόμενη κοινωνική αντιπολίτευση. Και τα δύο μέρη έχουν το ένα την ανάγκη του άλλου, και δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές περιπτώσεις ο λόγος μοιάζει αρκετά, ή αν θέλετε ο λόγος των πιο φωτισμένων εκπροσώπων τους. «Ο κόκκινος παπάς» έγραφε για τον Αρχιεπίσκοπο το Βήμα όταν αυτός εξαπόλυσε τον πύρινο λόγο του κατά της παγκοσμιοποίησης.


[1] Την «νηφάλια» αυτή γλώσσα χρησιμοποίησε ο κ. Κων. Τάτσος, Ελευθεροτυπία, 18 Μαίου 2000.
[2] Θα ξέρεται ίσως ότι η Εθνική Συμμαχία ήταν το τρίτο κόμμα σε (δηλωμένες) εκλογικές δαπάνες και τα λεφτά προέρχονταν βέβαια από τους αντιπάλους της Νέας Δημοκρατίας. Παρομοίων στόχων είναι βέβαια και η υπόθεση Καρατζαφέρη.
[3] Νίκος Τσαγκρής, «Αυτή η ύποπτη έκρηξη υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», Έθνος, 18, Μαίου 2000.
[4] Ενδεικτικό της σαθρότητας του επιφανειακού επιχειρήματος περί μη αναγραφής του θρησκεύματος είναι το σχόλιο του Παντελή Καψή στα Νέα της 16ης Μαίου 2000: «Απέφυγε [σ.σ. ο Κ. Δαφέρμος, πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων] να προχωρήσει τη λογική του και σε άλλα στοιχεία της ταυτότητας: γιατί λοιπόν γράφουμε τη διεύθυνση του σπιτιού μας μια και τίποτα δεν μας εμποδίζει να αλλάζουμε σπίτι όποτε θέλουμε ή ακόμα και να μην έχουμε μόνιμη κατοικία… γιατί κανείς δεν θέτει το αυτονόητο: να καταργηθούν οι υποχρεωτικές ταυτότητες…».
[5] Το μοντέλο αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο διαπραγματεύεται ο Noam Chomsky στο World Orders Old and New. Ειδικότερα για την Μέση Ανατολή βλέπε τα άρθρα των Joe Stork «Oil, Islam and Israel: US Policy and Democratic Change in the Middle East» και Azmi Bishara «Democratization in the Middle Eastern Context» στο The Democratisation of Disempowerment, επιμ. Jochen Hippler, Pluto Press, 1995.
[6] Ας με συγχωρέσει ο κ. Κολοζώφ για την αναφορά στο όνομά του. Πραγματικά δεν θα ήθελα να εκλάβει την επιλογή του ονόματός του ως δείγμα αρνητικών αισθημάτων μου προς το πρόσωπό του. Το αντίθετο μάλιστα.
[7] Ελευθεροτυπία, 18 Μαίου 2000.
[8] Α. Κακλαμάνης, ΤΑ ΝΕΑ, 15 Μαίου 2000.
[9] Από το κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου στον Άγιο Διονύσιο τον Αεροπαγίτη, 14 Μαίου 2000.
[10] Φυσικά στα πικρόχολα σχόλια περί παρουσίας του στη τηλεόραση προέρχονται και από την διάφορους τηλεολιγούρηδες που μνησικακούν γιατί σε αυτούς πετούν μόνο κανά τηλεοπτικό ξεροκόματο.
[11] Από κει πηγάζει και η τακτική της κυβέρνησης να αποφεύγει τον διάλογο και να προχωρά σε «δοκιμές» της ανοχής της κοινής γνώμης με συνεχείς αναπάντεχες κινήσεις. Εννοείται ότι η συνεχής καταιγιστική χρήση αυτής της τακτικής αφήνει σε τελική ανάλυση αποσβολωμένη την κοινωνία των πολιτών.
[12] Στο βαθμό που υπάρχει χρόνος για διάβασμα, εφόσον ο χρόνος καταναλώνεται κυρίως στο κυνήγι ευρωπαίκών προγραμμάτων, παραθέτουμε κάποια βιβλιαράκια επί του θέματος: Liah Greenfeld, Nationalism: Five Roads to Modernity, John Keane, Civil Society,
[13] Βλέπε Ημερησία, 20-21 Μαίου, «Οι ταυτότητες δοκιμάζουν την ανοχή της πολιτικής σε εξωθεσμικές παρεμβάσεις»
[14] Είναι ίσως εκπληκτικό το γεγονός ότι στις ίδια την μητρόπολη του ιμπεριαλισμού, τις ΗΠΑ, την τελευταία εικοσαετία διεξάγεται μια πραγματική ιδεολογική μάχη για την κατοχύρωση των «εξωθεσμικών παραγόντων» ως στοιχείων για την σωστή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Οι υπαλληλίσκοι βέβαια της «εθελόδουλης» διανόησης ποσώς ασχολούνται με τέτοιους προβληματισμούς. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι από τον ζωντανό -μέχρι πρόσφατα- διάλογο για την κοινωνία των πολιτών τίποτα δεν έχει δημοσιευτεί στην Ελλάδα με εξαίρεση το περιοδικό Λεβιάθαν στο οποίο παρουσιάστηκαν κάποια από τα κεντρικά κείμενα αυτού του διαλόγου. Για τον σημαντικό αν όχι καθοριστικό ρόλο που παίζουν οι «εξωθεσμικοί» παράγοντες στην διατήρηση της δημοκρατίας ας προστρέξουν οι κκ προοδευτικοί ενδεικτικά στο βιβλίο των  Jean Cohen και Andrew Arato Civil Society and Political Theory [ευσύνοπτη παρουσίαση του οποίο στο άρθρο με τον ίδιο τίτλο στο Λεβιάθαν , τεύχος 10, Β΄ περίοδος, 1991]. Επίσης John Keane Democracy and Civil Society, Chantal Mouffe (επιμ.) Dimensions of Radical Democracy. Ήδη στις αρχές του αιώνα ο John Dewey στο The Public and its Problem μιλούσε εκτενές για την ανάγκη δράσης των «εξωθεσμικών» παραγόντων.
[15] Jochen Hippler, The Democratisation of Disepowerment, σελ. 21. Όλα τα άρθρα αυτού του εξαίρετου βιβλίου αποτελούν μια ανάλυση της πολιτικής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα σήμερα. Πολιτικής που έχει βέβαια επεξαρστεί στα 500 χρόνια αποικιοκρατικής σοφίας της Δύσης.
[16] Hippler, ό.π.
[17] Βλέπε Α. Δεδουσόπουλος «Εκαπίδευση, κατάρτιση, απασχόληση: η διφορούμενη σχέση» στο Κοινωνικό κράτος και κοινωνική πολιτική, Γετίμης & Γράβαρης (επιμέλεια).
[18] Α. Λιάκος, «Τι θα έγραφε η ταυτότητα του Φρόυντ;», Βήμα, 21 Μαίου 2000.
[19] Το Βήμα, 21 Μαίου 2000, «Η Εκκλησία παγιδεύτηκε στα δικά  της αδιέξοδα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.