Σάββατο 24 Απριλίου 2021

Το δημογραφικό ως ζήτημα επιβίωσης του έθνους Μέρος Α και Β

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΥΤΕΚΝΩΝ, 

ΤΕΥΧΟΣ 74

Απρίλιος 2021

και ΤΕΥΧΟΣ 75 


ΜΕΡΟΣ Α

Οι παγκόσμιες τάσεις

Το δημογραφικό ζήτημα μπορεί να θεωρηθεί από πολλές πλευρές. Μπορεί να θεωρηθεί από μια οικολογική σκοπιά και, συνεπώς, σε παγκόσμιο επίπεδο να συνδεθεί με τον υπερπληθυσμό[1]. Πιο ευρεία συζητημένες είναι οι πλευρές που έχουν να κάνουν με τις επιπτώσεις του στην οικονομία και την εθνική υπόσταση. Με αυτές τις πλευρές συνδέεται πιο έντονα το ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού και της γονιμότητας.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, κεντρικά ζητήματα συνιστούν τόσο η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού όσο και η παράλληλη τάση της γήρανσης του πληθυσμού. Μολονότι σήμερα, η τάση είναι η συνεχής αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, η πρόβλεψη είναι ότι προς τα τέλη του 21ου αιώνα η μείωση των γεννήσεων θα έχει ως συνέπεια την σταθεροποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού και την γήρανσή του. Η εκτίμηση είναι ότι το 2050 θα υπάρχουν 2 δισεκατομμύρια νέοι κάτω των 15 ετών στον πλανήτη και ο ίδιος αριθμός ανθρώπων άνω των 60 ετών. Στην Ευρώπη οι άνω των 60 ξεπέρασαν τους κάτω των 15 ετών ήδη από το 2000. Στην Βόρεια Αμερική, αυτό θα λάβει χώρα το 2030, στην Λατινική Αμερική και την Ασία το 2040. Ενώ σε όλες τις ηπείρους παρατηρείται μια ταχεία γήρανση του πληθυσμού, η μόνη εξαίρεση είναι η Αφρική. Έτσι, η τελευταία προβλέπεται ότι ακόμα και στα μέσα του 21ου αιώνα, το 1/3 του πληθυσμού της θα είναι κάτω από την ηλικία των 15 ετών[2]. Προφανώς, οι συνέπειες για τις πληθυσμιακές μετακινήσεις ιδιαίτερα στο Μεσογειακό χώρο θα είναι δραματικές.

Οι Ευρωπαϊκές τάσεις

Το ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού και της δραματικής μείωσης των γεννήσεων αποτελούν μία από της κεντρικές προκλήσεις και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια, το προσδόκιμο ζωής, ένας από τους παράγοντες γήρανσης του πληθυσμού, έχει αυξηθεί κατά 10 έτη[3]. Το 2070, υπολογίζεται ότι το προσδόκιμο ζωής θα είναι για τους άνδρες 86,1 έτη και για τις γυναίκες 90,3 έτη.

Πέραν του μεγαλύτερου προσδόκιμου ζωής, άλλος σημαντικός παράγων για την γήρανση του πληθυσμού είναι η πτώση των ποσοστών θνησιμότητας. Ωστόσο, η κυριότερη αιτία που αλλάζει την πληθυσμιακή δομή είναι ο δείκτης γονιμότητας. Στη ΕΕ, το 2001, ο δείκτης αυτός ήταν 1,43 για κάθε γυναίκα, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας τεκνοποίησης ήταν τα 29 έτη. Το 2018, ο δείκτης γονιμότητας είχε ανέλθει στο 1,55 και ο μέσος όρος ηλικίας τεκνοποίησης τα 30,8 έτη. (Σημειώνεται ότι για να υπάρχει πλήρης αναπλήρωση του πληθυσμού, ο δείκτης αυτός πρέπει να είναι 2,1).

Ένας άλλος παράγοντας, που συνήθως δεν συζητείται, αλλά επιδρά αποφασιστικά στα ποσοστά γονιμότητας και γενικότερα στην θεώρηση της τεκνοποίησης είναι η οικογένεια και, για να είμαστε πιο ακριβείς, η δομή της οικογένειας και η θεώρηση που η κοινωνία έχει γι’ αυτήν. Η γενική τάση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ο περιορισμός του μεγέθους της οικογένειας. Ο μέσος όρος μελών ανά νοικοκυριό ήταν το 2010 2,4 άτομα, ενώ το 2019 ήταν 2,3.  33% των νοικοκυριών είναι μονογονεϊκά νοικοκυριά. Η τάση είναι προς νοικοκυριά με ζευγάρια χωρίς παιδιά, πρόσωπα που ζουν μόνα, και μονογονεϊκούς γονείς.  Ιδιαίτερα έντονο είναι το φαινόμενο της μοναξιάς για τις γυναίκες μεγάλης ηλικίας αφού το μερίδιο των γυναικών πάνω από 65 ετών ήταν 40% και ήταν διπλάσιο από αυτό των ανδρών (ένας λόγος βέβαια γι’ αυτό είναι ότι οι άνδρες φεύγουν από τη ζωή νωρίτερα).

Πάντως, με ορίζοντα το 2070, οι χώρες που θα έρθουν αντιμέτωπες με τις μεγαλύτερες μειώσεις στον πληθυσμό τους είναι οι κάτωθι: Βουλγαρία, Ελλάδα, Κροατία, Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία και Ρουμανία.

Με τον πληθυσμό να γηράσκει, σε όλη την έκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πέραν των πολύπλοκων κοινωνικών ζητημάτων που αυτό δημιουργεί, είναι επίσης σοβαρές και οι επιπτώσεις στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας. Η οικονομική βιωσιμότητα αυτών των συστημάτων θα δοκιμαστεί, καθώς ένας όλο και πιο μικρός αριθμός εργαζόμενων θα πρέπει να στηρίζουν έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ηλικιωμένων (αλλά και νέων).  Η σημαντικότερη λοιπόν πρόκληση για το μέλλον είναι ότι ο περιορισμός του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας θα είναι πρακτικά αδύνατο να συνεισφέρει τους απαραίτητους πόρους για να στηρίξει ένα όλο και μεγαλύτερο πληθυσμό μεγάλης ηλικίας.

Συμπερασματικά, δύο είναι οι προκλήσεις που σχετίζονται με τον προβληματισμό του παρόντος κειμένου: «Η πρώτη αφορά τη γονιμότητα, η οποία κυμαίνεται κάτω από το επίπεδο ανανέωσης των γενεών και μαζί με το αυξημένο προσδόκιμο ζωής και την επακόλουθη γήρανση του πληθυσμού φαίνεται να δημιουργούν σημαντικά και μακροπρόθεσμα προβλήματα για τη χρηματοδότηση των συντάξεων και την υποστήριξη των ηλικιωμένων. Η δεύτερη έχει σχέση με τα υψηλά επίπεδα οικογενειακής αστάθειας, τα οποία πιστεύεται ότι έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ευημερία των παιδιών, των νέων και των ηλικιωμένων»[4].

 

Οι τάσεις στην Ελλάδα

Η Ελλάδα αποτελεί μια από τις πιο ακραίες περιπτώσεις δημογραφικής γήρανσης. Ένα ενδιαφέρον ζήτημα που χρήζει περαιτέρω έρευνας είναι ότι γενικά, το ζήτημα της δημογραφικής γήρανσης φαίνεται να πλήττει ιδιαιτέρως χώρες με μακραίωνη ιστορία (Ελλάδα-Ιταλία), ορθόδοξες (Βουλγαρία-Ρωσσία- Ελλάδα) και καθολικές (Ιταλία-Πολωνία).

Αναφερόμενη στην εξέλιξη της γονιμότητας στην Ελλάδα, η Συμεωνίδου σημειώνει ότι η δεκαετία του 1980 αντιπροσωπεύει την δημογραφική κατάρρευση της χώρας, με «ετήσια μείωση του δείκτη γονιμότητας της τάξης του 38%», ενώ την επόμενη δεκαετία η μείωση συνεχίστηκε και ήταν 8%[5]. Την τάση αυτή επιδεινώνει και το γεγονός της αύξησης της μέσης ηλικίας της μητέρας, με αργούς ρυθμούς κατά τη δεκαετία του 1980 και εντονότερους τη δεκαετία του 1990. Σημειώνεται ότι ένας από τους λόγους της κάθετης μείωσης των γεννήσεων στην χώρα μας είναι η δραστική μείωση των γεννήσεων σε νεώτερες ηλικίες και η μη αντικατάστασή τους από γεννήσεις σε μεγαλύτερες ηλικίες όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στις Σκανδιναβικές χώρες.

 


Ιδιαίτερο προβληματισμό επίσης δημιουργεί η διαχρονική πορεία της πολύ χαμηλής γονιμότητας, η οποία είναι συνυφασμένη με νέα κοινωνικά προβλήματα και ανάγκες που απορρέουν από την οικονομική ύφεση, το μεταναστευτικό, τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού, την άμβλυνση του παραδοσιακού ρόλου των άτυπων δικτύων φροντίδας και την αναδιάρθρωση των δημόσιων κοινωνικών πολιτικών[6], αλλά όπως έχει επίσης τονιστεί και με πολιτισμικά προβλήματα και αντιλήψεις που αναπτύχθηκαν την εποχή της μεταπολίτευσης.

 Τις τέσσερεις τελευταίες δεκαετίες, καταβλήθηκε ιδιαίτερη προσπάθεια, από την πλευρά των ελίτ, για την διαμόρφωση ενός κοινωνικού-ψυχολογικού προτύπου ανθρώπου ναρκισσιστικού, του «ότι φάμε και ότι πιούμε και ότι …», με συμπεριφορές που επιτάθηκαν από τον πακτωλό των Ευρωπαϊκών κονδυλίων που είχαν ως αποτέλεσμα την διαφθορά των επιστημονικών, πολιτικών και δημοσιογραφικών ελίτ της χώρας. Όχι τυχαία τα «μελετητικά ενδιαφέροντα» κατευθύνονταν εκεί που ήταν τα λεφτά και όχι οι ανάγκες της χώρας.

Χωρίς να επεκταθούμε στο συγκεκριμένο προβληματισμό, αναφέρουμε ότι η καλλιέργεια μιας τέτοιας κουλτούρας, συνδέεται άμεσα με την υπονόμευση της ιστορικότητας και της εθνικής υπόστασης, την διάβρωση της οικογενειακής συνοχής. «Μια κοινωνία που φοβάται ότι δεν έχει ιδιαίτερο μέλλον», επισημαίνει ο Lasch, «δεν αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες της επόμενης γενιάς, και η πανταχού παρούσα αίσθηση της ιστορικής ασυνέχειας –η μάστιγα της εποχής μας- επιπίπτει με ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες στην οικογένεια»[7]. Και συνεχίζει: «Η προσπάθεια του σύγχρονου γονέα να κάνει το παιδί να αισθανθεί αγαπητό και επιθυμητό δεν μπορεί να συγκαλύψει μια υπόρρητη απομάκρυνση, την αποστασιοποίηση αυτού που έχει λίγα να περάσει στην επόμενη γενιά και που, σε κάθε περίπτωση, αποδίδουν προτεραιότητα στο δικό τους δικαίωμα αυτό-πραγμάτωσης». Αυτή είναι η προσέγγιση ζωής του ανθρώπου που σκοπός της ζωής του είναι η κατανάλωση, το να «ανακαλύψουμε τον εαυτό μας» και άλλα συναφή, του αποκομμένου από τις παραδόσεις, την ιστορία, την πνευματικότητα.

Ας δούμε πώς αποτυπώνεται αυτή η αντιμετώπιση των παιδιών σε απαντήσεις από μία έρευνα: «έχουμε τρία σκυλιά και απολαμβάνουμε κάθε λεπτό που περνάμε οι δύο μας. Επίσης απολαμβάνουμε τον ύπνο μας και το να κάνουμε μεγάλα ταξίδια με το αυτοκίνητο… να  προσαρμόσεις το παιδί σου στον τρόπο ζωής σου. Απλώς δεν θέλω να περάσω από αυτή τη διαδικασία»[8].

Στον προβληματισμό για τα αίτια της υπογονιμότητας πρέπει να επισημανθεί ότι ο δείκτης γονιμότητας δεν έχει καταρρεύσει πρωτευόντως λόγω οικονομικών συνθηκών, αλλά λόγω αλλαγή πολιτισμικών αντιλήψεων. Προς επίρρωση αυτού έρχονται δύο παραδείγματα. Το πρώτο είναι το παράδειγμα της Γάζας, όπου οι άνθρωποι με ελάχιστα μέσα έχουν 4,5 παιδιά κατά μέσο όρο ανά γυναίκα και, στο άλλο άκρο, η περίπτωση της Σουηδίας, όπου με γενναιόδωρες επιδοματικές πολιτικές και υπηρεσίες, αγγίζουν τα 1,8 παιδιά ανά γυναίκα.



 

  

Ελλάδα: Σύσταση πληθυσμού ανά ηλικιακή κατηγορία

2016

2070

0-14

15-64

65+

80+

0-14

15-64

65+

80+

14,4%

64,2%

21,4%

6,6%

12,3%

53,8%

33,9%

16,6%

Πηγή: European Commission, Aging Report 2018

 

Τα παραπάνω στοιχεία καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος στη χώρα μας, όσον αφορά το δημογραφικό. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η απουσία συζήτησης και προβληματισμού για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, ζήτημα που στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Και αυτό όταν μάλιστα για το ζήτημα του ασφαλιστικού υπάρχει πλούσιος και έντονος διάλογος, αλλά η δημογραφική παράμετρος «ξεχνιέται»[9]. Γεγονός που μόνον τυχαίο δεν είναι, αφού ένας λόγος για την αδυναμία υλοποίησης μιας δυναμικής πολιτικής για τη γονιμότητα και, γενικότερα για την ενίσχυση της οικογένειας και της ανατροφής των παιδιών είναι τα μεγάλα ποσοστά πόρων που απορροφούνται από το ασφαλιστικό σύστημα μην αφήνοντας περιθώριο για άλλου τύπου πολιτικές. Η Ελλάδα είναι η χώρα με την υψηλότερη δαπάνη σε συντάξεις και πολύ χαμηλά ποσά για οικογενειακές πολιτικές[10].



 

 

 

Οικονομικές προκλήσεις γήρανσης: δείκτες εξάρτησης

Πηγή: Aging Report 2018

 

Δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων (65+/15-64)

%

αλλαγή

Δείκτης εξάρτησης πολύ ηλικιωμένων

(80+/15-64)

%

αλλαγή

Συνολικός δείκτης εξάρτησης

(0-14 και 65+)/(15-64)

%

αλλαγή

 

Έτος

2016

2060

2070

2016-2070

2016

2060

2070

2016-2070

2016

2060

2070

2016-2070

 

Ελλάς

33,4

67,2

63,1

29,7

10,3

32,7

31,0

20,7

55,8

89,6

86,0

30,2

 

ΕΕ

29,9

53,1

52,2

22,4

8,4

22,5

23,0

14,6

53,2

79,5

78,9

25,7

 

 

Όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα, οι Έλληνες πολίτες που θα εργάζονται το 2070 θα καλούνται ο κάθε ένας να καλύπτει με την εργασία του ένα άλλο μέλος του πληθυσμού, περίπου. Οι αριθμοί αυτοί καταδεικνύουν εύγλωττα τη σοβαρότητα της δημογραφικής πρόκλησης που αντιμετωπίζει η χώρα.

Συμπερασματικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κύριο ζήτημα στη χώρα μας είναι ότι οι γονείς κάνουν το πρώτο παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία, γεγονός που δεν τους δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουν στο δεύτερο και παραπάνω παιδιά, μολονότι κάτι τέτοιο είναι επιθυμητό, απ’ ότι τουλάχιστον δείχνουν τα στοιχεία. Και ένα δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι το μικρό ποσοστό των πολύτεκνων. Οι παρακάτω πίνακες είναι χαρακτηριστικοί.




Στον παραπάνω πίνακα βλέπουμε ότι όταν οι Έλληνες ερωτώνται για τον ιδεώδη αριθμό παιδιών που θα επιθυμούσαν το 51% απαντά δύο παιδιά και το 31% περίπου πάνω από τρία παιδιά. Ενδιαφέρον ωστόσο έχει και ο επόμενος πίνακας, ο οποίος δείχνει ότι σε σημαντικό βαθμό το έλλειμμα στην γεννητικότητα οφείλεται και στον μικρό αριθμό πολύτεκνων οικογενειών που υπάρχουν στη χώρα μας. Στον Πίνακα βλέπουμε ότι χώρες που έχουν σχετικά καλές επιδόσεις στο δημογραφικό τομέα ( π.χ. Ιρλανδία, Σουηδία) έχουν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά στο τρίτο και στο πάνω από τρία παιδιά, σε αντίθεση με την Ελλάδα που έχει μεγάλα ποσοστά στο πρώτο και στο δεύτερο παιδί.

Όπως επισημαίνεται, είναι γεγονός ότι «οι μικρότερες οικογένειες είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της χαμηλής γονιμότητας στην Ευρώπη» και ότι «η καθυστερημένη τεκνοποίηση δεν αποτελεί πρόβλημα καθ’ εαυτή αλλά, πιθανότατα, αποτρέπει τις γυναίκες από το να αποκτήσουν τον επιθυμητό αριθμό παιδιών, γεγονός που με τη σειρά του μειώνει τους δείκτες γονιμότητας. …χώρες όπου ο μέσος όρος ηλικίας της πρώτης γέννησης είναι πάνω από τα 28 έτη (όπως η Ιταλία και η Ισπανία) έχουν μεγάλη αναλογία με οικογένειες έως δύο παιδιά…. [δηλαδή] χώρες με χαμηλούς δείκτες γονιμότητας έχουν μικρότερα μερίδια οικογενειών με πάνω από δύο ή περισσότερα παιδιά»[11]. 

 


ΜΕΡΟΣ Β

Προτάσεις πολιτικής

Εδώ θα γίνει προσπάθεια να παρουσιαστούν κάποιες γενικές προτάσεις.  Σημειώνεται ότι σε μεγάλο βαθμό, το κείμενο αυτό συμφωνεί τόσο με την προσέγγιση όσο και με τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί από τη μελέτη της ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ που έγινε σε συνεργασία με το ΕΚΚΕ. Εδώ θα επεξεργαστούμε κάποιες πιο ειδικές προτάσεις που σκοπό έχουν να εμπλουτίσουν τον σχετικό προβληματισμό.

Σημειώνεται ότι οι βασικές προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει μια πολιτική για το δημογραφικό είναι πρώτα και κύρια «ο πόλεμος ενάντια στους γονείς», η υποβάθμιση της έννοιας και της αξίας και των λειτουργιών της οικογένειας, η συνεχής τάση υποβάθμισης του ρόλου και της αξίας των παιδιών μέσω της εμπορευματοποίησης της παιδικότητας, της σεξουαλικοποίησης των πάντων και της εξάλειψης της παιδικότητας ως φάσης στη ζωή του ανθρώπου[1].

Επιπλέον, οι προτάσεις πολιτικής πρέπει να απαντούν στο ζήτημα της αύξησης της ηλικίας κατά την οποία οι γονείς αποκτούν τα πρώτα παιδιά, καθώς και της τάσης να περιορίζεται ο αριθμός των πολύτεκνων οικογενειών. Οι προτάσεις πολιτικής θα πρέπει να στοχεύουν στην διαμόρφωση ενός πολιτισμικού πλαισίου φιλικού προς τα παιδιά και τις οικογένειες, ενός πλαισίου που θα δίνει τα απαραίτητα εργαλεία στις οικογένειες για να μεγαλώσουν αξιοπρεπώς τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν και, παράλληλα, να διασφαλίζει ότι τα παιδιά θα έχουν ένα ασφαλές, υγιές και με καλλιέργεια των δυνατοτήτων τους περιβάλλον για να μεγαλώσουν.

Συνεπώς, η προσέγγισή μας αναφορικά με τις προτάσεις για το δημογραφικό δεν στέκεται σε μια «οικονομίστικη», επιδοματική και μόνον, διάσταση, η οποία σε τελική ανάλυση δεν πρόκειται να έχει αποτελέσματα. Όπως τονίζει και η ΟΚΕ σε μια Γνώμη της, «Υπάρχει αμφιβολία …εάν η καθοιονδήποτε τρόπο ενίσχυσης της εισοδηματικής θέσης των νέων ζευγαριών θα συνοδευτεί απαραίτητα από ενίσχυση της γεννητικότητας». Για να συνεχίσει παρακάτω ότι κάποια πλαίσια πολιτικών περιλαμβάνουν την «ανάπτυξη φιλικού περιβάλλοντος για τα παιδιά και την οικογένεια και την ανάπτυξη ευνοϊκών κοινωνικών στάσεων για τους γονείς και τη μητρότητα-πατρότητα». Η Γνώμη, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «μια δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να ασκηθεί παρά ως μέρος μιας γενικότερης επέκτασης της κοινωνικής πολιτικής» και «κοινωνικής αναβάθμισης του πληθυσμού»[2].

Το πρόβλημα στην Ελληνική περίπτωση, κατά την άποψή μας, έχει να κάνει με την συνολική παρακμή της χώρας, με την οικονομική της παρακμή, την πολιτισμική της παρακμή, την αδυναμία των ελληνικών ελίτ να προσεγγίσουν την παγκοσμιοποίηση με έναν δημιουργικό τρόπο βασισμένο πάνω στην δυναμική ελληνική και ελληνορθόδοξη παράδοση και όχι στον παρασιτικό Μυκονο-Ντουμπαϊκό τρόπο.

Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν ότι το κύριο ζήτημα για την αύξηση των γεννήσεων και την ανατροφή των παιδιών είναι το οικονομικό ζήτημα, δηλαδή η προσφορά πόρων προς τις οικογένειες. Όμως αυτό, από μόνο του δεν είναι αρκετό. Η «οικονομίστικη» προσέγγιση τείνει να ξεχνά την ομορφιά που αντιπροσωπεύει, το θαύμα που αποτελεί η γέννηση ενός παιδιού, τείνει να παραβλέπει την εμπειρία των πολύτεκνων με την χαρά και την αγαλλίαση που εμπεριέχει το χάος της διαβίωσης σε μια οικογένεια που τα παιδιά αλωνίζουν στο σπίτι. Ο ναρκισσιστικός εαυτός του σήμερα, ο καταναλωτής του σήμερα, είναι δύσκολο να κατανοήσει την ομορφιά που έχει η «φασαρία» της διαβίωσης με τα πολλά παιδιά στο σπίτι.

Συνεπώς, πρωτεύον και κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής για το δημογραφικό θα πρέπει να είναι η καλλιέργεια και η ανάδειξη της ταυτότητας του να είσαι γονέας[3]. Γύρω μας καλλιεργούνται μια σειρά από αντιμαχόμενες στάσεις ζωής (αριστερός-δεξιός, φτωχοί και πλούσιοι ακόμα και γηγενείς-μετανάστες). Είναι όμως η καλλιέργεια της ταυτότητας του να είσαι γονέας που δημιουργεί μια δυναμική κοινότητα μέσα από την οποία πολιτικά μπορεί να οικοδομηθεί το αύριο αυτής της Χώρας.

Γιατί ένα από τα πρωταρχικά αισθήματα που διαμορφώνουν ισχυρές ταυτότητες είναι η αγάπη του γονέα για το παιδί του. Όταν αυτός ο θεμελιώδης, πρωταρχικός δεσμός, αδυνατίζει και φθείρεται, καταστροφικές συνέπειες επιπίπτουν στο έθνος. Το αίσθημα της θυσίας, η κοπιώδης εργασία που στόχο έχει τον άλλο και όχι τον εαυτό μας, αυτά δηλαδή που κάνουν οι γονείς, αποτελούν την πηγή της ενσυναίσθησης, της καλλιέργειας ικανοτήτων και της αφοσίωσης στην κοινωνία. Συνεπώς το κεντρικό ζήτημα μιας δημογραφικής πολιτικής δεν είναι να φέρω λίγους μετανάστες για να βοηθήσω την αγορά εργασίας (εάν όντως ισχύει αυτό, γιατί μελέτες της Eurostat αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα αυτών των πολιτικών), αλλά το τι πρέπει να κάνει μια κοινωνία για να προσδώσει και πάλι αξία και να αναζωογονήσει την τέχνη και την πρακτική της γονεϊκότητας και έτσι να αναγεννήσει τα παιδιά μας και να ανανεώσει το έθνος.

Η προστασία του παιδιού και η υποστήριξη των οικογενειών και ο δημογραφικός δυναμισμός είναι στόχοι αλληλένδετοι. Οι προτάσεις πολιτικής πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι γονείς έχουν τα εργαλεία και τις δυνατότητες να μεγαλώσουν τις οικογένειες τους, να διαδραματίζουν τον ρόλο που τους αρμόζει όντας οι πρωτεύοντες φροντιστές για την ευημερία των παιδιών τους, να στηρίζουν τα καλύτερα αποτελέσματα για την ζωή των παιδιών και να δίνουν τη δυνατότητα της αντιμετώπισης των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσουν.

Υπάρχει αύξουσα ανησυχία ότι ο χώρος της παιδικότητας περιορίζεται και ότι τα παιδιά βομβαρδίζονται, κυριολεκτικά, από αρνητικά μηνύματα γύρω από συμπεριφορολογικούς κανόνες και προσδοκίες. Την ίδια στιγμή, οι ραγδαία αναπτυσσόμενες μορφές ψηφιακών μέσων διαδραματίζουν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην ζωή των παιδιών. Θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερος έλεγχος και προσοχή στην κατανόηση των επιπτώσεων στην παιδικότητα των νέων τεχνολογιών, των ψηφιακών μέσων, της σεξουαλικοποίησης και εμπορευματικοποίησης της παιδικής ηλικίας[4]

Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά, οι νέοι, οι γονείς και η κοινωνία εν γένει έχουν τα βέλτιστα εργαλεία για να αντιμετωπίσουν και να θέσουν υπό έλεγχο αυτές τις επιρροές. Να ενισχυθεί μια κουλτούρα που θα προωθεί τις θετικές επιρροές στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας. Για να γίνουν αυτά κατορθωτά απαιτείται η ψηφιακή εκπαίδευση και εγρήγορση των νέων και των γονέων, η οικοδόμηση δεξιοτήτων και της κατανόησης για το πώς να είναι ασφαλείς στο διαδίκτυο. 

Κάποιες προτάσεις πολιτικής που έχουν διατυπωθεί έχουν να κάνουν με την εναρμόνιση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και με την αύξηση του εισοδήματος της οικογένειας. Τέτοιες προτάσεις για παράδειγμα, έχει παρουσιάσει η Συμεωνίδου, η οποία σημειώνει ότι «η κύρια αιτία της μείωσης της γονιμότητας στην Ελλάδα πρέπει να αναζητηθεί στον οικονομικό τομέα… η όποια οικογενειακή-δημογραφική πολιτική θα πρέπει να στοχεύει: α) στην αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος, β) στην εξασφάλιση κρατικής υποδομής για την εναρμόνιση της οικογενειακής και εργασιακής ζωής των ζευγαριών». Για να συμπληρώσει ότι «Η μείωση της γονιμότητας είναι δυνατόν να αναχαιτιστεί αν οι γυναίκες αποκτήσουν τον επιθυμητό αριθμό παιδιών… ο επιθυμητός αριθμός παιδιών στην Ελλάδα ισοδυναμεί με 2,3 παιδιά ανά γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας»[5].

Ο γενικός προσανατολισμός είναι να καταστούν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις συμβατές με τις οικογενειακές δραστηριότητες. Όπως επισημαίνει ο Andersson ένα ευέλικτο σχήμα γονικής άδειας που βασίζεται στην αναπλήρωση μέρους του μισθού και συστήματα παιδικής φροντίδας υψηλής ποιότητας και πλήρους απασχόλησης δείχνουν να συνεισφέρουν δυναμικά σε υψηλότερα επίπεδα γονιμότητας. Μας το δείχνει το παράδειγμα της Σουηδίας, η οποία  καταδεικνύει, όπως επισημαίνει ο Andersson, τα υψηλότερα –σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες- επίπεδα γονιμότητας των γυναικών που συνδυάζονται μάλιστα με υψηλά επίπεδα συμμετοχής τους στην αγορά εργασίας. Επιπλέον, κρίσιμης σημασίας είναι η συμμετοχή των πατέρων στην ανατροφή των παιδιών, τόσο για την συναισθηματική υγεία των παιδιών όσο και με το γεγονός ότι αυτό συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα γονιμότητας. Όπως έχει δείξει μια μελέτη στην περίπτωση της Σουηδίας (Duvander and Andersson, 2006), υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ της χρήσης από την πλευρά των πατεράδων της γονικής άδειας και της τάσης για απόκτηση και άλλου παιδιού[6].  

Βασικός στόχος επίσης της δημογραφικής πολιτικής πρέπει να είναι επίσης η καταπολέμηση της χρονικής πείνας συνεύρεσης με τα παιδιά. Όσοι είναι γονείς έρχονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα της έλλειψης χρόνου συνεύρεσης με τα παιδιά, γεγονός που έχει πολλαπλές αρνητικές συνέπειες. Κατ’ αρχάς οι γονείς έχουν αυτό το αίσθημα «συναισθηματικής πείνας» και έλλειψης αυτής της γαλήνης και ολοκλήρωσης που αισθάνονται μοιράζοντας χρόνο με τα παιδιά τους. Κατά δεύτερον, η έλλειψη χρόνου είναι έτσι σχεδιασμένη από άλλους θεσμούς όπως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, οι ψηφιακές εφαρμογές, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ελεύθερο χρόνο, γιατί έτσι τα παιδιά και οι νέοι καθίστανται καταναλωτές, γίνονται πιο ελεγχόμενα από αυτούς και, συνεπώς, πιο ευάλωτα στην προώθηση κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών που δεν ελέγχονται από το οικογενειακό περιβάλλον. Η κοινωνικοποίηση, η βασική καλλιέργεια αξιών και νοοτροπιών περνάει έτσι στον ανεξέλεγκτο και μοχθηρό κόσμο άλλων θεσμών, με πολύ πιο υλικά και κερδοσκοπικά συμφέροντα.

Η άδεια μητρότητας, η άδεια πατρότητας κοντά στη γέννηση του παιδιού είναι από τις σημαντικότερες πολιτικές στο πλαίσιο ενός στρατηγικού σχεδίου για την δημογραφική αναγέννηση. Πρόσφατα, η Υφυπουργός κα Συρεγγέλα εξήγγειλε μια σειρά από μέτρα, όπου κεντρικό ρόλο είχαν τα προαναφερθέντα μέτρα πολιτικής[7]. Επισημαίνεται εδώ, απλά, ότι η πληρωμένη γονεϊκή άδεια είναι κρίσιμης σημασίας για τους πατέρες και τις μητέρες αλλά και πολύ μεγάλης σημασίας στο συμβολικό επίπεδο. Στέλνει το μήνυμα στους γονείς ότι το έθνος εκτιμά το νέο παιδί που γεννήθηκε και σκοπεύει να παρέχει χρόνο στους γονείς για να το φροντίσουν και να το αναθρέψουν. Στέλνει το μήνυμα ότι ένα παιδί δεν είναι απλά ένα «ιδιωτικό» απόκτημα αλλά κοινωνική ευλογία τεράστιας σημαντικότητας. Όπως είναι γνωστό, μια τέτοια πρωτοβουλία που είχε ληφθεί κατά το 2008, αλλά διεγράφη ως πολιτική λόγω του μεγάλου κόστους και της ανάγκης για δημοσιονομικές περικοπές κατά τα πρώτα χρόνια του μνημονίου και στην προσπάθεια να περιοριστούν οι περικοπές στις συντάξεις.

Η πενία χρόνου συμβίωσης και συνεύρεσης των γονέων με τα παιδιά, σε συνάρτηση με την συμφιλίωση οικογενειακού και επαγγελματικού βίου, απαιτεί και ευρύτερες μεταρρυθμιστικές πολιτικές. Και αυτές έχουν να κάνουν τόσο με την διεύρυνση της βρεφονηπιακής φροντίδας που προωθείται από την Υφυπουργό Εργασίας κα Μιχαηλίδου, όσο όμως και με δράσεις που αφορούν το εκπαιδευτικό σύστημα. Όπως έχουν δείξει όλες οι μελέτες, οι επενδύσεις στα πρώτα χρόνια της παιδικής φροντίδας και της εκπαίδευσης, της υψηλής ποιότητας παιδικής φροντίδας και εκπαίδευσης, πέραν των επιδράσεων που έχουν στους δείκτες γονιμότητας,  αποφέρουν σημαντικότατα «κοινωνικά μερίσματα/αποδώσεις» στη μετέπειτα διάρκεια όλης της ζωής του παιδιού και στην εκπαιδευτική του επίδοση και αργότερα, έχουν πολλά θετικά οφέλη για την κοινωνία γενικότερα. Οι μελέτες καταδεικνύουν την μεγάλη σημασία των γονέων, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια του παιδιού και την σημασία των σχέσεων φιλίας καθώς το παιδί μεγαλώνει και διάγει την εφηβεία[8].

Η επικέντρωση πόρων στα πρώτα χρόνια του παιδιού και στην κάλυψη των αναγκών του για αυτοεκτίμηση, πνευματική υγεία, καλλιέργεια και μαθησιακές επιδόσεις, πρέπει να συνοδεύονται με υψηλής ποιότητας συμβουλευτική υποστήριξη των γονέων. Σε όλες τις πλευρές της οικογενειακής ζωής, από τα σεμινάρια σε μπαμπάδες και μαμάδες για την φροντίδα του νεογέννητου μέχρι συμβουλευτική για την αποτροπή των διαζυγίων ο κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της οικογένειας. Εδώ χρήζει σκέψης και ιδιαίτερη υποστήριξη στους γονείς που έχουν ανάγκη να μην χωρίζουν. Όπως επισημαίνουν οι West και Hewlett, «η κυβέρνηση πρέπει να επιστρέψει στην δουλειά που έχει να κάνει με την ενίσχυση της αξίας του γάμου ως μια μακροχρόνια δέσμευση… η φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας περί διαζυγίων αφενός έχει αλλάξει τις δημόσιες στάσεις και, στο μακροπρόθεσμο επίπεδο, έχει αδυνατίσει το θεσμό του γάμου… [συνεπώς] θα πρέπει να καταστεί πιο δύσκολη η απόκτηση διαζυγίου ιδιαίτερα εάν υπάρχουν παιδιά…. Θα πρέπει να υπάρχει μια περίοδος τρίων χρόνων έως την έκδοσή του, κατά τη διάρκεια της οποίας η συμβουλευτική γάμου πρέπει να είναι υποχρεωτική»[9].

Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό σύστημα, εδώ οι δράσεις πρέπει να είναι προς δύο κατευθύνσεις. Κατ’ αρχάς σχετίζονται με την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος. Η ποιότητα της παιδείας μας, από την πρωτοβάθμια φροντίδα μέχρι και το Πανεπιστήμιο θα πρέπει να είναι τέτοια που να μην χρειάζεται το επιπρόσθετο άχθος των φροντιστηριακών μαθημάτων και των αθλητικών δραστηριοτήτων μετά από αυτό, είτε τις σπουδές στο εξωτερικό. Πέραν του κοινωνικού κόστους που όλα αυτά έχουν, αποτελούν ένα επιπρόσθετο βάρος για τις οικογένειες, αφού πέραν της εν γένει φορολογικής τους επιβάρυνσης καλούνται να συνεισφέρουν για την μόρφωση των παιδιών τους πάνω από 3 δισεκατομμύρια ευρώ κατ’ έτος[10]! Ένα τέτοιο κόστος όχι μόνο εξαφανίζει τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις μπορεί να έχει ακόμα και η πιο γενναιόδωρη επιδοματική πολιτική, αλλά αναγκάζει και τις οικογένειες να τρέχουν ασθμαίνοντας σε δύο και τρεις δουλειές, παραμελώντας έτσι –αναγκαστικά- τις βασικές γονεϊκές τους υποχρεώσεις. Επιπλέον, έτσι θα ξεπεραστεί και ένα μεγάλο μέρος των τριβών εντός της οικογένειας, τριβών που προξενούνται από το γεγονός ότι οι στο βαθμό που οι γονείς θέλουν τα παιδιά να καταλήξουν με υψηλές δεξιότητες, φορτώνουν με επιπρόσθετο άγχος τον ελάχιστο χρόνο συνύπαρξης με τα παιδιά τους.

Η δεύτερη μεγάλη μεταρρύθμιση αφορά στην επιμήκυνση του χρόνου της εκπαίδευσης[11]. Όπως τονίζει ο West τα σχολεία πρέπει να καταστούν όλα ολοήμερα και, παράλληλα να διευρυνθεί το σχολικό έτος.  Επιπλέον, ώρες που τα παιδιά παραμένουν στο σχολείο θα πρέπει να διακρίνονται από δημιουργικό πρόγραμμα και από την επιμόρφωσή τους σε ζητήματα όπως για παράδειγμα η προώθηση μιας υγιούς συμπεριφοράς για τα παιδιά και τους νέους, την καλλιέργεια μιας δημιουργικής πνευματικής κατάστασης και την αποτροπή φαινομένων διατροφής χαμηλής ποιότητας που οδηγούν στην παχυσαρκία[12].

Το τρίτο σημαντικό ζήτημα είναι αυτό των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ελεύθερων από εξαρτήσεις. Η εξάλειψη φαινομένων τσιγάρων, αλκοόλ και ναρκωτικών από τα σχολεία θα πρέπει να αποτελέσουν κεντρικά ζητήματα πολιτικής. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά ότι σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ, οι γονείς έχουν αναλάβει πρωτοβουλίες και κρατούν «καθαρά» όχι μόνον τα σχολεία, αλλά και τις περιοχές γύρω από τα σχολεία, αφού έχει καταδειχθεί από έρευνες ότι κυρίως οι έφηβοι, είναι ακριβώς μετά το σχόλασμα που πλησιάζονται από διάφορους διακινητές και άλλους.

Η γρήγορη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας, η εργασία και των δύο γονέων, αποτελούν παραμέτρους που συνεισφέρουν στην αύξηση του βαθμού γονιμότητας. Επιπλέον, όσο πιο ασφαλής και εμπεδωμένη είναι η σχέση των γυναικών με την αγορά εργασίας τόσο πιο πολλές είναι οι πιθανότητες να πάρουν την απόφαση της τεκνοποίησης[13]. Συνεπώς, εδώ έχουμε να κάνουμε με πολιτικές που θα συνεισφέρουν στην αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των γυναικών και πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας των νέων.

Εδώ σημαντικό είναι να διαμορφωθούν χώροι εργασίας φιλικοί προς τους γονείς. Για παράδειγμα, και αναφορικά με την παροχή βρεφονηπιακής φροντίδας, θα ήταν δυνατόν σε περιοχές με μεγάλη πυκνότητα επιχειρήσεων να συγκροτηθούν κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις βρεφονηπιακής φροντίδας με μέλη τις επιχειρήσεις και τα συνδικάτα εμποροϋπαλλήλων και των εργαζομένων, έτσι ώστε οι γονείς να αφήνουν εκεί τα παιδιά τους προσερχόμενοι στην εργασία και να τα παίρνουν με το σχόλασμα.

Επιπλέον θα μπορούσαν να προβλεφθούν πολιτικές όπως φορολογικές ελαφρύνσεις σε εταιρίες που προσφέρουν ευέλικτα ωράρια σε γονείς για να εκπληρώσουν τις γονεϊκές του ευθύνες, η κάλυψη εργατικών εισφορών για όσους  μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα έως ότου τα παιδιά πάνε στο δημοτικό. Η κάλυψη του ποσού μπορεί να γίνει από το 0,5% του ΑΕΠ που προβλέπεται στον τελευταίο ασφαλιστικό νόμο, και το σκεπτικό βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από το ότι μια δημογραφική πολιτική πληθυσμιακής μεγέθυνσης αποτελεί μακροπρόθεσμα αποφασιστικό παράγοντα για την μακροχρόνια βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Βέβαια, τέτοιου τύπου πολιτικές συνδέονται άμεσα με την παραγωγική και βιομηχανική πολιτική της χώρας, αφού για να μπορέσουν οι επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται σε τέτοιες απαιτήσεις πρέπει να είναι πιο μεγάλες σε αριθμό εργαζομένων και με μεγαλύτερη διοικητική τεχνογνωσία.

Οι φιλικές προς την οικογένεια πολιτικές πρέπει να διαπερνούν τόσο την φορολογική πολιτική όσο και τις επιδοματικές πολιτικές. Η Ελλάδα είναι η χώρα όπου όσοι είχαν παιδιά φορολογούνταν περισσότερο από αυτούς που δεν είχαν οικογένεια[14].  Στις προτάσεις για την αναμόρφωση του φορολογικού πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τόσο οι φοροαπαλλαγές για τα πρώτα ένα και δύο παιδιά όσο και οι φοροαπαλλαγές για τους πολύτεκνους.

Αναφορικά με τις επιδοματικές πολιτικές, πρέπει να εισαχθούν επιδοματικές ενισχύσεις προς τους έχοντες πολλά παιδιά. Τόσο στο επίδομα παιδιού, όσο και στο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα και ακόμα περισσότερο στο Επίδομα Στέγασης θα πρέπει να υπεισέλθουν παράμετροι που θα ενισχύουν τα επιδόματα για τα νεαρά ζευγάρια που αποφασίζουν να κάνουν παιδιά και για τους πολύτεκνους. Επιπλέον, στο επίδομα γέννησης θα πρέπει να προβλεφθεί επίσης ειδική ενίσχυση για τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες. Πιθανοί πόροι γι’ αυτά μπορούν να βρεθούν από κάποιες κινήσεις εξορθολογισμού των επιδομάτων, με περιορισμό της γενναιοδωρίας προς συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως για παράδειγμα οι πολίτες τρίτων χωρών. Πάντως, ιδιαίτερα για το ζήτημα της στέγασης, πρέπει να διαμορφωθούν πολιτικές, κυρίως από τους δήμους, όπου θα διασφαλίζεται η στέγη σε νέα ζευγάρια που πρόκειται να τεκνοποιήσουν.

Οι καιροί απαιτούν να αλλάξουμε το όραμά μας. Από εκεί που, από πολλές πλευρές, προωθείται ακόμα η άποψη η Ελλάδα να γίνει η χώρα φιλοξενίας των γερόντων της Ευρώπης, σήμερα, πρέπει να οικοδομήσουμε ένα άλλο όραμα για τη χώρα μας. Το όραμά μας πρέπει να είναι η Ελλάδα να γίνει χώρα πρότυπο όπου τα παιδιά θα μεγαλώνουν, θα λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση και θα έχουν τα μέσα, μέσα σε ασφαλή περιβάλλοντα, οικογενειακά και κοινωνικά να αναπτύξουν τις δεξιότητες και να καλλιεργήσουν τις προσωπικότητές τους. Οι γονείς θα έχουν τα εφόδια και τα μέσα για να τεκνοποιούν και να καμαρώνουν τα παιδιά τους, σε μια κοινωνία η οποία θα σέβεται την οικογένεια, θα σέβεται και θα υποστηρίζει τον ρόλο του γονέα. Όπου το κράτος, οι δήμοι, η εκπαίδευση, η οικογένεια, η κοινωνία θα υποστηρίζει τα παιδιά, όχι καλλιεργώντας τον ναρκισσισμό τους αλλά θα τους καλλιεργεί και θα προσφέρει τα εφόδια για να εκπληρώσουν στο μέγιστο βαθμό τις δυνατότητές τους στο σήμερα και στο μέλλον. Μια τέτοια κοινωνία, που θα διαμορφώνει ένα δυναμικό όραμα για το έθνος, είναι αυτή που έχει και τη δυνατότητα να ανακόψει την δημογραφική παρακμή και να απαντήσει στις προκλήσεις που το δημογραφικό θέτει για την επόμενη πεντηκονταετία. Αφού φέτος είναι και η επέτειος της Επανάστασης του 1821, κλείνουμε επισημαίνοντας ότι μόνον μια πολιτιστική επανάσταση, μια επανάσταση αναστήλωσης των θεσμών που κατέστησαν αυτό το έθνος πρωτοπόρο στην ιστορία, μια επανάσταση που στηριζόμενη στην παράδοση θα συμμετέχει δημιουργικά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, είναι αυτή που μπορεί να απαντήσει στις προκλήσεις του σήμερα.



[1] Ο προβληματισμός για όλα αυτά είναι ιδιαίτερα παλιός στις ΗΠΑ. Βλέπε μεταξύ άλλων Neil Postman, The Disappearance of Childhood, Delacorte Press, New York, 1982.

[2] ΟΚΕ, Γνώμη της Ο.Κ.Ε., «Το Δημογραφικό Ζήτημα», ΟΚΕ 49, Δεκέμβριος 2000.

[3] Μεγάλο μέρος του προβληματισμού γύρω από τις οικογενειακές πολιτικές αλλά και πολλές προτάσεις έχουν ως πηγή έμπνευσης το βιβλίο των Sylvia Ann Hewlett & Cornel West, The war against the parents, Houghton Mifflin Company, Boston/New York, 1998.

[4] Αναφορικά με τις προτάσεις πολιτικής, το κείμενο χρωστάει επίσης πολλά στην στρατηγική της Ιρλανδίας για την στήριξη των παιδιών. Βλέπε Ireland, Better Outcomes, Brighter Futures. The national policy framework for children and young people 2014-2020, 2014.

[5] Χάρις Συμεωνίδου, «Οικονομικές-δημογραφικές πολιτικές στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανάλυση κόστους-οφέλους για την Ελλάδα», στο ΕΚΚΕ, Το κοινωνικό πορτραίτο της Ελλάδας 2010, Αθήνα, 2010.

[6] Gunnar Andersson, “A review of policies and practices related to ‘highest-low’ fertility of Sweden”, Vienna Yearbook of Population Research, 2008, 89-102.

[7] ΤΑ ΝΕΑ, Δημογραφικό: Ποια μέτρα είναι στα σκαριά προς νομοθέτηση, 3 Φεβρουαρίου 2021.

[8] Την κρίσιμη σημασία της μεταφοράς πόρων από άλλες ηλικίες προς τις νεώτερες γενιές αναλύει ο Esping-Andersen στο Gosta Esping-Andersen, Γιατί χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό κράτος, Εκδόσεις Διόνικος, Αθήνα, 2006.

[9] West & Hewlett, όπ.παρ. σελ. 242. Είναι ενδιαφέρον ότι τέτοιοι προβληματισμοί, μολονότι κρίσιμης σημασίας, απουσιάζουν από τον διάλογο στην ελληνική πραγματικότητα.

[10] Iefhmerida ΚΑΝΕΠ ΓΣΕΕ: Πάνω από 3 δις. Ευρώ το κόστος της εκπαίδευσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, 16.05.2018. Στο κόστος περιλαμβάνεται και η φοίτηση των νέων σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μόνον τα φροντιστηριακά μαθήματα υπολογίζονται σε 1,3 δις. Ευρώ.

[11] Βλέπε West & Hewlett, όπ.παρ. σελ.248.

[12] Αυτό είναι ένα μόνο παράδειγμα. Υπάρχουν άλλοι πιο κατάλληλοι από εμάς για να διαμορφώσουν τα προγράμματα για τις περαιτέρω ώρες της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

[13] Στη Σουηδία έχουν γίνει πολλές μελέτες για αυτά τα ζητήματα. Βλέπε Andersson όπ.παρ.

[14] Πρέπει πράγματι να αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία το γεγονός αυτό. Βλέπε, μεταξύ άλλων, ΤΑ ΝΕΑ, Φορολογική τιμωρία της ελληνικής οικογένειας, 8 Νοεμβρίου 2012. 


[1] Βλέπε Δημήτρης Μπούσμπουρας, Υπερπληθυσμός. Μήπως είχε κάποιο δίκαιο ο Μάλθους; Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2020.

[2] Sarah Harper, Economic and social implications of aging societies, sciencemag.org, Μάιος 2017.

[3] European Commission, European Commission Report on the Impact of Demographic Change, 2020.

[4] ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ, Διονύσης Μπαλούρδος, Νίκος Δεμερτζής, Γιώργος Πιερράκος, Ηλίας Κικίλιας, Η χαμηλή γονιμότητα στην Ελλάδα, δημογραφική κρίση και πολιτικές ενίσχυσης της οικογένειας, Ιανουάριος 2019, σελ. 39.

[5] Χάρις Συμεωνίδου, «Οικογενειακές-δημογραφικές πολιτικές στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανάλυση κόστους-οφέλους για την Ελλάδα», στο Ναούμη, Παπαπέτρου κ.ά (επιμ.) Το κοινωνικό πορτραίτο της Ελλάδας 2010, ΕΚΚΕ, Ινστιτούτο Κοινωνικής Πολιτικής, Αθήνα 2010, σελ. 149

[6] ΔΙΑΝΕΟΣΙΣ, Διονύσης Μπαλούρδος, Νίκος Δεμερτζής, Γιώργος Πιερράκος, Ηλίας Κικίλιας, Η χαμηλή γονιμότητα στην Ελλάδα, δημογραφική κρίση και πολιτικές ενίσχυσης της οικογένειας, Ιανουάριος 2019.

[7] Christopher Lasch, The Culture of Narcissism. American Life in An Age of Diminishing Expectations, W.W. Norton & Company, New York, 1979, σελ. 50.

[8] Βλέπε HUFFPOST, 10 Ελληνίδες μας εξηγούν γιατί δεν θέλουν να κάνουν παιδιά, https://www.huffingtonpost.gr/2015/12/03/life-10-ellhnides-mas-ekshgoun-giati-den-theloun-na-kanoun-paidia_n_8699564.html

[9] Οι συζητήσεις για το ασφαλιστικό, γενικά, εξαντλούνται στο που θα βρεθούν πόροι για να το στηρίξουν, ποια είναι τα όρια συνταξιοδότησης και άλλα συναφή. Τα κύρια του συνταξιοδοτικού που αφορούν δημογραφικό και παραγωγικότητα οικονομίας συνήθως απουσιάζουν από το διάλογο. Βλέπε, Τάσος Γιαννίτσης, Ασφαλιστικό, Ανάπτυξη, Μακροοικονομία. Οι κρίσιμες διασυνδέσεις, Εκδόσεις Πατάκη, 2020.

[10] Το 2014 οι δαπάνες για στήριξη οικογενειών και παιδιών ήταν 0,4% του ΑΕΠ το χαμηλότερο στην ΕΕ (ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 2%), ενώ για συντάξεις οι δαπάνες αντιπροσώπευαν το 17% του ΑΕΠ, το υψηλότερο στην ΕΕ (μέσος όρος ΕΕ 11,2% του ΑΕΠ) και το 85,3% των δαπανών κοινωνικής προστασίας της χώρας, πηγή: World Bank, Greece Social Welfare Review, Output A1, Benefits Inventory and Expenditure Review, 17 Απριλίου 2016.

[11] Greulich, A., O. Thévenon, and M. Guergoat-Larivière. 2014. “Starting or Enlarging Families? The Determinants of Low Fertility in Europe.” Research Report, World Bank, Washington, DC.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.