Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Η πρόκληση της κοινωνικής οικονομίας και η συμβολή της στο Ελληνικό παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος



του Κωνσταντίνου Δ. Γεώρμα
 (απόσπασμα από το βιβλίο 
Κοινωνική Οικονομία.Θεωρία, Εμπειρία και Προοπτικές, 
Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2013)

Το να στοχάζεται κανείς περί κοινωνικής επιχειρηματικότητας σημαίνει «να διερευνά την ένταση μεταξύ κοινωνικών επιχειρηματιών και τις προϋποθέσεις και τα πλαίσια της κοινωνικής επιχειρηματικότητας∙ μεταξύ ατόμου (και ομάδας) ως συντελεστών και κοινωνικής δομής» (Ziegler, 2009,5).
Η παραπάνω διατύπωση εξηγεί γιατί η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα παρουσιάζει τα ίδια πάνω κάτω χαρακτηριστικά με αυτά που διακρίνουν τους άλλους παραγωγικούς τομείς της χώρας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι αλλιώς. Όπως έχουν δείξει οι μελέτες σε άλλες χώρες, γενικά, ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας συνάδει με την δυναμικότητα των άλλων οικονομικών και κοινωνικών τομέων μίας κοινωνίας.
Στο ερώτημα γιατί, αφού οι κοινωνικές επιχειρήσεις ευδοκιμούν σε όλο τον κόσμο, στην Ελλάδα δεν έχουν μία παρόμοια εξέλιξη, θα πρέπει να εξεταστούν η παρουσία ή απουσία άλλων ευνοϊκών παραγόντων, που ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει να αναδεικνύονται μέσα από τα κείμενα αυτού του τόμου. Εδώ θα γίνει αναφορά σε κάποιους κύριους παράγοντες και στις συνέπειες τους αναφορικά με την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας. Τέλος, κλείνοντας , θα περιγραφούν σε αδρές γραμμές τα απαιτούμενα για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στη χώρα μας.


Ελλείποντες παράγοντες για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα

Στη Ελλάδα, το μικρό-οικογενειακό μέγεθος, η απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η έλλειψη υψηλά ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η απουσία δικτύωσης, η επιμονή στο μαγαζάκι μας, η απουσία μίας εικόνας –μίας σήμανσης– που να μεταφέρει στο κοινωνικό σύνολο το ποια ακριβώς είναι η δράση των υφιστάμενων φορέων, οι ζηλοτυπίες και οι μικροανταγωνισμοί, η απουσία πόρων, η απουσία κρατικής πολιτικής, η διαφθορά, η υπονόμευση πλεονεκτημάτων των κοινωνικών επιχειρήσεων λόγω της χρήσης της μεταναστευτικής εργασίας ή της μαύρης εργασίας, η μικρομεσαία δομή και η παρασιτική-αντιεπιχειρηματική κουλτούρα της μεταπολίτευσης, ο ναρκισσιστικός εγωτισμός που ανεπτύχθη από την δεκαετία του 1980 και εντεύθεν, ο υπέρμετρος καταναλωτισμός που διάλυσε κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης, είναι στοιχεία που υπονόμευσαν το δυνητικό δυναμικό του τομέα της κοινωνικής οικονομίας.
Ωστόσο, υπάρχουν και μια σειρά άλλοι παράγοντες επέδρασαν αρνητικά στην ανάπτυξη του τομέα της κοινωνικής οικονομίας, παράγοντες που συνήθως δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν από τους αναλυτές. Ο πρώτος είναι η έλλειψη υποστήριξης από ένα κράτος το οποίο πάσχει από την κομματοκρατία, την αναξιοκρατία, την πολιτική πελατεία. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα εμπίπτει στην κατηγορία του «κομματικού συστήματος καρτέλ». Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του συστήματος είναι η απόλυτη διασύνδεση κόμματος-κράτους. Το κράτος παύει να αποτελεί τον συλλογικό εκφραστή της κοινωνίας και καθίσταται εργαλείο αναπαραγωγής του κομματικού συστήματος καρτέλ (Katz,1995). Οι άμεσες συνέπειες, που ενδιαφέρουν εδώ, είναι η απόλυτη απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, η αδιαφορία για την αξιολόγηση πολιτικών, η αδιαφορία για την μέτρηση της αποδοτικότητας πολιτικών. (Π.χ. η αδιαφορία για την μέτρηση των «κοινωνικών επιπτώσεων» της δράσης των κοινωνικών επιχειρήσεων).
Η κοινωνική οικονομίας, όπως έχει καταδείξει άλλωστε η Ευρωπαϊκή εμπειρία, πέρα από τους δημόσιους φορείς, για να αναπτυχθεί έχει την ανάγκη στήριξης από τις τοπικές αρχές. Η κοινωνική οικονομία έχει την ανάγκη υποστήριξης από ΜΚΟ και εθελοντές. Πρέπει να διαθέτει διασυνδέσεις και την υποστήριξη από τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. μέσω της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, ηθικών κεφαλαίων κ.ά.). Ιδιαιτέρως οι κοινωνικές επιχειρήσεις χρειάζονται την καλλιέργεια επιχειρηματικού πνεύματος γιατί πρέπει να αναγνωρίζουν ευκαιρίες στις αγορές. Για την ορθή λειτουργία τους και για να υπάρχει σωστή διαμόρφωση της σχέσης μελών/εργαζομένων, είναι απαραίτητη μια κατάλληλη ομάδα διαχείρισης, με προηγούμενη επιχειρηματική και διοικητική εμπειρία. Χρειάζονται αφοσίωση στην επιχείρηση. Πρέπει να διαθέτουν μία κουλτούρα επικέντρωσης στο στόχο, αλλά και να καλλιεργούν την εμπιστοσύνη των εργαζομένων προς αυτές. Χρειάζονται χρηματοδότηση, και χρηματοδοτικά εργαλεία, ιδιαίτερα στην εναρκτήρια φάση, αλλά και για την συνέχιση της λειτουργίας τους. Χρειάζονται συλλογικό πνεύμα και τέλος, αν και το πιο αποφασιστικό, τα μέλη τους πρέπει να διαθέτουν πάθος.
Στην Ελλάδα η τοπική αυτοδιοίκηση πάσχει από τις πελατειακές σχέσεις και τη διαφθορά. Το επιχειρηματικό πνεύμα είναι απών. Οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων, που διαθέτουν την αναγκαία για τη δημιουργία μίας κοινωνικής επιχείρησης τεχνογνωσία, είτε αναζητούν μία θέση στο δημόσιο είτε …μεταναστεύουν.
Η κοινωνία των πολιτών χρησιμοποιούσε τον εθελοντισμό ως πάτημα για μία γνωριμία για να βρει μία θέση στο δημόσιο. Όσοι δραστηριοποιούνται στον χώρο των ΜΚΟ ασχολούνται με προγράμματα χρηματοδότησης, χωρίς καμμία μέριμνα για την μελλοντική βιωσιμότητά τους ή την επαφή τους με την περιβάλλουσα κοινωνία και συνεπώς την άντληση πόρων από την τοπική κοινωνία. Η Ελλάδα παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα αναφορικά με την κοινωνία των πολιτών της: αυτή είναι αδύναμη, εγκλωβισμένη μέσα στην πατρωνεία και την διαφθορά. Όχι τυχαία τέτοια χαρακτηριστικά μιας αδύναμης κοινωνίας πολιτών απαντούμε και σε πρώην ανατολικές χώρες.

Κρίση και κοινωνική οικονομία

Ωστόσο, η κοινωνικο-οικονομική δομή των προηγούμενων δεκαετιών ανατρέπεται μέσα από τις δραματικές επιπτώσεις της κρίσης. Καίριες συνέπειες της κρίσης άπτονται άμεσα με την κοινωνική οικονομία.
Η αποσάθρωση της μικρομεσαίας δομής, δημιουργεί ένα ευρύ πεδίο παρεμβάσεων για τη δημιουργία κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Η μικρομεσαία δομή βρίσκεται σήμερα σε κρίση γιατί, πέραν των άλλων, επιμένοντας στο «οικογενειοκρατικό» μοντέλο επιχειρηματικότητας, δεν προσέφερε δυνατότητες για την ανάπτυξη ευρύτερων συλλογικών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Έτσι, είχε περιορισμένη δυνατότητα να αντλεί πόρους από το ευρύτερο κοινωνικό-τοπικό περιβάλλον. Το κλείσιμο πολλών καταστημάτων σήμερα, είτε λόγω «αναγκαστικής» συνταξιοδότησης, είτε λόγω αδυναμίας συνέχισης της λειτουργίας τους απαιτεί άμεση παρέμβαση. Παρέμβαση που σε πολλές χώρες συνδυάστηκε με την ανάπτυξη των κοινωνικών επιχειρήσεων. Αυτό γιατί οι κοινωνικές επιχειρήσεις διαθέτουν χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στην μικρομεσαία δομή όπως η εγγύτητα των σχέσεων, η εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη μιας επιχείρησης, η πλήρης ευελιξία αναφορικά με τις εργασιακές σχέσεις ακριβώς λόγω του κοινωνικού προσανατολισμού της επιχειρηματικότητας.
Ένας δεύτερος παράγοντας που θα επιδράσει καταλυτικά στην ανάπτυξη των κοινωνικών επιχειρήσεων είναι η συνεχής αδυναμία του Ελληνικού κράτους πρόνοιας να προσφέρει τις υπηρεσίες εκείνες που είναι απαραίτητες για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Εδώ οι πιέσεις θα είναι έντονες. Κατ’ αρχάς η ανάγκη των γυναικών να ενταχθούν στην αγορά εργασίας λόγω της μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος θα αυξήσει τις ανάγκες για υπηρεσίες φροντίδας. Επιπλέον, η γήρανση του πληθυσμού θα αυξήσει τη ζήτηση για υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας, αλλά και υγείας. Αλλά και μια σειρά άλλων κοινωνικών αναγκών, όπως η απεξάρτηση, η στέγαση, η σίτιση, είναι ανάγκες που θα διευρύνονται.
Επίσης, ο περιορισμός του κράτους πρόνοιας θα επιδράσει άμεσα και στα Άτομα με Αναπηρία. Εδώ η κοινωνική επιχειρηματικότητα έχει αποφασιστικό ρόλο, αφού μόνον μέσω αυτής είναι δυνατή η αύξηση της προσφοράς θέσεων εργασίας στα ΑμεΑ, αλλά και η ανάπτυξη υποστηρικτικών δομών.
Ένας τρίτος παράγοντας είναι η τάση επιστροφής προς την περιφέρεια, αφού για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες έχουμε τέτοια φαινόμενα. Αυτή η επιστροφή θα θέτει, με τη σειρά της, όλο και πιο έντονα το αίτημα της τοπικής-περιφερειακής ανάπτυξης απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η τοπική ανάπτυξη, μέσα από την γεωργία, τις βιολογικές καλλιέργειες, την ανάπτυξη της τοπικής μεταποίησης αποτελεί αναγκαίο και ικανό παράγοντα για ένα μελλοντικό βιώσιμο οικονομικό μοντέλο.
Ένας τέταρτος παράγοντας είναι το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων στον τομέα της μεταποίησης. Σήμερα, ένας κίνδυνος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία είναι η εξάλειψη κάθε μορφής επιχειρηματικότητας. Όπως είχε συμβεί και πριν από τριάντα χρόνια περίπου, είναι αρκετοί οι επιχειρηματίες που, για διάφορους λόγους, «εγκαταλείπουν» επιχειρήσεις που είναι βιώσιμες. Συνεπώς, εάν ο κύριος στόχος σήμερα είναι η διατήρηση της επιχειρηματικότητας, εκεί όπου αποτυγχάνουν άλλες μορφές, λογικό είναι να δοκιμάζονται νέες. Εδώ, το παράδειγμα της Αργεντινής, ένα παράδειγμα που ετοιμάζεται να υιοθετήσει και η Γαλλική κυβέρνηση, είναι ελπιδοφόρο. Στην Αργεντινή, ένα μεγάλο μέρος της δραστηριοποίησης της κοινωνικής οικονομίας, αφορούσε την επαναλειτουργία προβληματικών επιχειρήσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι επέλεξαν τον δρόμο της μετατροπής των επιχειρήσεων σε κοινωνικές επιχειρήσεις, γιατί οι επιχειρήσεις λόγο της ασφυξίας στη ρευστότητα που είχε επιβάλει το τραπεζικό σύστημα, αυτές οδηγήθηκαν στην αναστολή των δραστηριοτήτων τους. Οι εργαζόμενοι ξεκινώντας από την διεκδίκηση των μισθών τους πέρασαν στο στάδιο της διαβούλευσης και από εκεί ξεκίνησαν αγώνες για τη νομική διεκδίκηση της περιουσίας του εργοστασίου. Τέλος, με την βοήθεια και άλλων, έθεταν και πάλι σε λειτουργία το εργοστάσιο (Coraggio,2009).
Τέλος, μία σειρά από άλλες δραστηριότητες, που ανήκουν στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά εκτείνονται και πολύ πέραν αυτής είναι δράσεις που είχαν «ξεχαστεί» από τους δημοτικούς άρχοντες, αλλά είναι κρίσιμης σημασίας για τους πολίτες. Αυτές οι δράσεις έχουν να κάνουν με την αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών, την διαχείριση των ελεύθερων χώρων, την ενεργειακή ασφάλεια (ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, νέες μορφές ενέργειας), την πράσινη ανάπτυξη.


Στοιχεία για τη συμβολή της κοινωνικής οικονομίας στο Ελληνικό παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος

Σήμερα, η κρίση που βιώνουμε είναι κρίση της πραγματικής οικονομίας, είναι κρίση ενός συνολικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Συνεπώς, μία από τις λειτουργίες της κοινωνικής οικονομίας, στο βαθμό που θέλει να αποτελεί μέρος της πρότασης για το μέλλον είναι η κοινωνικοποίηση τομέων της αγοράς.
Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των φορέων της κοινωνικής οικονομίας έχουν τονιστεί από πολλούς. Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Αυτές οι εταιρείες είναι συχνά πιο παραγωγικές και ανταγωνιστικές απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αυτό οφείλεται στο πολύ υψηλό επίπεδο προσωπικής αφοσίωσης εκ μέρους των εργαζόμενων τους και στις καλύτερες συνθήκες εργασίας που [αυτές οι επιχειρήσεις] παρέχουν» (European Commission,2011,4).
Ωστόσο, τα βήματα για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας πρέπει να είναι προσεκτικά και να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τόσο την ιδιαίτερη εμπειρία της Ελλάδας όσο και εμπειρίες που προσομοιάζουν με την δική μας. Οι τομείς που θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες είναι κρίσιμης σημασίας. Έτσι, όπως έχει δείξει και η εμπειρία των χωρών της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, χώρες που όπως η Ελλάδα διέθεταν μια πιο περιορισμένη εμπειρία στην κοινωνική οικονομία από άλλες, η κοινωνική οικονομία:
Α) Έρχεται προς επίρρωση των κενών που δημιουργούνται από τις αστοχίες ή τις αδυναμίες της αγοράς σε τομείς όπως ο πιστωτικός, η στέγαση, η κατανάλωση, η γεωργία.
Β) Συμπληρώνει τα κενά από την αποδυνάμωση, ή ακόμα και την μη επαρκή ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών ή των υπηρεσιών κοινού συμφέροντος.
Γ) Συνεισφέρει στις πολιτικές για κοινωνική ένταξη μέσω της παροχής ευκαιριών απασχόλησης για τους μακροχρόνια ανέργους και άλλες ομάδες με ειδικές ανάγκες.
Δ) Συμμετέχει στις πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη στο τοπικό επίπεδο.
Η ιστορία της ανάπτυξης του τομέα της κοινωνικής οικονομίας έχει δείξει ότι η σχέση του με το κράτος, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι μία σχέση αλληλοεξυπηρέτησης, αλληλοεπικάλυψης, αλληλοπεριχώρησης. Προς επίρρωση αυτού αναφέρεται ένα μόνο στοιχείο: όσο και εάν διάφοροι μελετητές μιλάνε για την αυτονομία του απέναντι στο κράτος, τα στοιχεία δείχνουν ότι το 70% των πόρων για την λειτουργία του τομέα, προέρχονται από αυτό (με τη μορφή επιδοτήσεων ή συμβάσεων). Όπως επισημαίνει ο Μάρεη, ένας ορισμός της κοινωνικής οικονομίας «είναι όλοι αυτοί το τομείς που δεν διασυνδέονται με την ιδιωτική κερδοσκοπία. Περιλαμβάνουν το κράτος, αλλά επίσης και την ‘οικονομία των πολιτών’ του φιλανθρωπικού τρίτου τομέα, τις κοινωνικές επιχειρήσεις και τους συνεταιρισμούς που λειτουργούν στην αγορά, και τους πολλαπλούς κλάδους της αμοιβαίας οικονομίας των νοικοκυριών-τα ίδια τα νοικοκυριά, τα κοινωνικά δίκτυα, τους άτυπους ομίλους καθώς και τα κοινωνικά κινήματα» (Murray,2009,10).
Συνεπώς, η διαμόρφωση ενός δημόσιου τομέα στην υπηρεσία του κοινού καλού και στην υπηρεσία του λαού και του εθνικού συμφέροντος, όσο και αν φαίνεται παράταιρο, είναι ένας κρίσιμος παράγοντας για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.
Η υλοποίηση ενός εναλλακτικού μοντέλου για την ελληνική παραγωγική δομή αποτελεί έργο ηράκλειο. Σε αυτά τα πλαίσια η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, αποτελεί αναγκαιότητα για να διαχυθούν στην υπόλοιπη κοινωνία και οικονομία, οι αρχές που διέπουν την κοινωνική οικονομία, αρχές που τόσο έχει ανάγκη η κοινωνία μέσα σε αυτή τη κρίση που βιώνει. Η κοινωνική οικονομία διαθέτει τη δυνατότητα και πρέπει να ρυθμίσει τις σημαντικές οικονομικές ανισότητες που κυριαρχούν στην ελληνική παρασιτική, καταναλωτική οικονομία και κοινωνία. Η κοινωνική οικονομία μπορεί να αποτελέσει παράγοντα αύξησης του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου, αναπτύσσοντας παράλληλα, την τοπική επιχειρηματικότητα, τόσο μέσω των άμεσων δράσεων της όσο και μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων και των εισοδημάτων του τοπικού πληθυσμού. Έτσι, θα συνεισφέρει αποφασιστικά στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη.
Η κοινωνική οικονομία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα στην προώθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης, την ανάπτυξη του εθελοντισμού και του αλτρουισμού, τη διαμόρφωση συλλογικοτήτων. Παράγοντες που χωρίς την ύπαρξή τους είναι αδύνατη η ανάπτυξη μίας εθνικά ανεξάρτητης, βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης οικονομίας.
Σήμερα είναι επείγουσα η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης του τομέα που:
§  Θα διαμορφώσει και θα δημοσιοποιεί ένα όραμα για την κοινωνική οικονομία. Η κοινωνική οικονομία, χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο δράσης. Σε αυτό θα καθορίζονται οι πόροι, τα μέσα, οι αντικειμενικοί στόχοι αυτού του σχεδίου δράσης-οράματος για τον τομέα.
§  Θα βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν τι είναι και τι προσφέρουν οι κοινωνικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να ενταθεί η επίγνωση του ρόλου τους τόσο μεταξύ των δυνητικών επενδυτών και όσο και στους καταναλωτές.
§  Θα διασφαλίζει τους απαραίτητους πόρους για την ύπαρξή της.
§  Θα διαμορφώνει εκείνες τις υποστηρικτικές δομές που είναι αναγκαίες για την διαμόρφωση, την στήριξη και την δημιουργία καινοτόμων πρωτοβουλιών του τομέα (Les, 2007,207).
Για να παίξει το σημαντικό της ρόλο η κοινωνική οικονομία, δηλαδή για να περάσει από το ρόλο του επιβοηθητικού τομέα στο ρόλο του τομέα που αποτελεί πρωτοπορία στην καινοτομία όλοι οι παράγοντες της κοινωνικής οικονομίας πρέπει να μετασχηματιστούν, τόσο θεσμικά όσο και στις ανθρώπινες και τεχνολογικές δυνατότητές τους.
Ένα κρίσιμο διακύβευμα είναι η διασύνδεση με άλλες παρόμοιες πρωτοβουλίες. Είναι ανεπίτρεπτο να μην υπάρχουν σήμερα θεσμοί που να δημιουργούν δίκτυα, θεσμοί που θα φέρνουν κοντά τις υφιστάμενες δράσεις και πρωτοβουλίες. Γιατί η δικτύωση αυξάνει τους πόρους, διαχέει την τεχνογνωσία και ενισχύει την αλληλεγγύη. Από αυτή την άποψη η πρωτοβουλία για την διασύνδεση των ΚΟΙΣΠΕ δείχνει τον την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουν και οι ΚΟΙΝΣΕΠ, αλλά και οι άλλοι φορείς της κοινωνικής οικονομίας.
Για να είναι αποτελεσματική η κοινωνική οικονομία, πρέπει να αποτελεί στοιχείο μιας συνεκτικής στρατηγικής για την κοινωνική και την οικονομική μεταρρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτεία, σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να αποτελέσει τον εταίρο της κοινωνικής οικονομίας, υποστηρίζοντας τις πρωτοβουλίες στον συγκεκριμένο τομέα με τρόπους όπως η χρηματοδότηση, η παροχή υποδομών, η καλλιέργεια των αναγκαίων δεξιοτήτων.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο τονίζεται το γεγονός ότι υπάρχει «η ανάγκη για υποστηρικτικούς μηχανισμούς που θα προωθήσουν τη μεγαλύτερη συνεργασία και συντονισμό τόσο οριζόντια όσο και κάθετα μεταξύ όλων των επιπέδων της κοινωνικής οικονομίας και της κυβέρνησης... [Το γεγονός αυτό] θα βοηθήσει να αντιμετωπιστούν τα υφιστάμενα χάσματα πολιτικής, καθώς και οι ανάγκες της κοινωνικής οικονομίας. Εταιρικές σχέσεις μεταξύ της κοινωνικής οικονομίας και των τοπικών αρχών δεν επαρκούν, όπως καταδείχτηκε μέσα από την μικρή επίδραση που είχαν οι ΜΚΟ στην ανάπτυξη τοπικών κοινωνικών πολιτικών. .. Η ενθάρρυνση για την ίδρυση και την υποστήριξη ενδιάμεσων φορέων για την κοινωνική οικονομία θα είναι μια σημαντική συνεισφορά στην προώθηση μεγαλύτερης συνεργασίας» (Mendell, 2009,8).

Παράλληλα με τα παραπάνω, σημαντικότατο ρόλο έχουν να παίξουν οι ερευνητές και οι σχολές που έχουν συνάφεια με το ζήτημα. Πέρα από τη καλλιέργεια της κοινωνικής επιχειρηματικότητας σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, αυτό που πρέπει να καλλιεργηθεί το επόμενο διάστημα είναι η ανάπτυξη της έρευνας στον τομέα, ο πολλαπλασιασμός των δημοσιευμάτων και η διαμόρφωση και η δημοσιοποίηση προτάσεων.
Η κρίση είναι σίγουρο ότι θα απελευθερώσει εκείνες τις αξίες της αλληλεγγύης, της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας, της δικαιοσύνης, του επιχειρηματικού ρίσκου, που ο παρασιτικός καταναλωτισμός των προηγούμενων δεκαετιών είχε θάψει στο υποσυνείδητό μας.
Το αίτημα λοιπόν πρέπει να είναι η οικονομική ανεξαρτησία, η δίκαιη διανομή εισοδημάτων και το τέλος της πολιτικής δωροδοκίας. Το αίτημα πρέπει να είναι η βιώσιμη ανάπτυξη, η αξιοπρεπής διαβίωση και η αξιοπρεπής εργασία. Το αίτημα πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους και η καταπολέμηση της διαφθοράς. Το αίτημα πρέπει να είναι η περιφερειακή ανάπτυξη. Το αίτημα είναι η ανάπτυξη μίας αλληλέγγυας οικονομίας για μία Ελλάδα με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή, μια Ελλάδα με ενισχυμένη την διάσταση της αλληλεγγύης.
Ας μην τρέφουμε βέβαια αυταπάτες ότι όλα θα είναι ρόδινα. Θα πρέπει να διαθέτουμε την επίγνωση ότι η ανάπτυξη του τομέα έρχεται σε άμεση σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα. Αυτοί που δεν επιθυμούν την ανάπτυξη της κοινωνικής επιχειρηματικότητας, γιατί η ανάπτυξή της θα σημάνει τον περιορισμό της επικαρπίας τους, είναι ισχυρότατοι. Οι δράσεις στις οποίες η κοινωνική οικονομία διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα είναι δράσεις που στην Ελλάδα «καταλαμβάνονται» από το κύκλωμα της διαφθοράς. Πάρτε για παράδειγμα τις δημόσιες συμβάσεις, και ειδικότερα τις συμβάσεις για καθαρισμούς δημοσίων κτηρίων. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ισχυρό κύκλωμα που νέμεται την μεταναστευτική εργασία για να καρπώνεται υπερκέρδη. Ας αναλογιστεί κανείς τι θα σημαίνει το γεγονός ότι σε αυτό τον τομέα εισβάλλουν οι κοινωνικές επιχειρήσεις. Ή, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, να αναλαμβάνει η κοινωνική οικονομία δράσεις ανακύκλωσης. Φανταστείτε να αναλαμβάνει δράσεις υγείας. Οι συνέπειες για συγκεκριμένα κυκλώματα που νέμονται αυτούς τους τομείς, συχνά μέσα από αδιαφανείς και ύποπτες διαδικασίες θα είναι δραματικές.
Σήμερα ωστόσο, με την κρίση να έχει κυριολεκτικά αποσαρθρώσει την παραγωγική δομή της χώρας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην αναλάβουμε πρωτοβουλίες σε έναν τομέα που σε Ευρωπαϊκό επίπεδο παρέχει το 6% της απασχόλησης, δηλαδή περίπου 11 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (European Commission, 2011,3).
Σήμερα, «η πλήρης χρεωκοπία του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης επιτάσσει την ανάγκη μιας ριζικής επαναπροσέγγισης της ανάπτυξης με κατεύθυνση την υποστήριξη και την αναγέννηση των τοπικών κοινοτήτων. [Επίσης] τη δημιουργία μικρών και προσαρμοσμένων παραγωγικών μονάδων με ένα σύστημα συμμετοχικής διακυβέρνησης» (Ντάσιος,2008).
Σήμερα πρέπει να δοκιμαστούν νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας και καινοτόμας επιχειρηματικότητας. Σε αυτό το πρόταγμα, ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας είναι πολύπλευρος, γιατί αυτή μπορεί να συνεισφέρει σε μια πολυδιάστατη αναπτυξιακή στρατηγική (Greffe,2007). Σήμερα η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα είναι βαθύτατη. Συνεπώς, η κοινωνική οικονομία αναλαμβάνει έναν ακόμα πιο αποφασιστικό ρόλο στο να βοηθήσει την ανάκαμψη. Αυτό γιατί έχει την δυνατότητα να κινητοποιεί πόρους που δεν μπορούν άλλοι τομείς, όπως  ο εθελοντισμός, η αλληλεγγύη, η τοπική κοινωνία και τα τοπικά δίκτυα.
Σήμερα, πρέπει να αφήσουμε πίσω μας την Ελλάδα του άκρατου καταναλωτισμού, της παρασιτικής και κρατικοεξαρτημένης επιχειρηματικότητας, του ατομισμού, της παραοικονομίας, της ευκολίας. Η ανάπτυξη των κοινωνικών επιχειρήσεων και γενικότερα της κοινωνικής οικονομίας είναι το απαραίτητο και αναγκαίο εργαλείο, για την επίτευξη του οράματος για μια Ελλάδα της αλληλεγγύης, της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας, της καινοτόμας και δυναμικής επιχειρηματικότητας, της δικαιοσύνης, της εμπιστοσύνης.


Βιβλιογραφία

Ντάσιος Νίκος, «Υπάρχει μέλλον για την κοινωνική οικονομία στη χώρα μας», Ρήξη, Φύλλο 26, 2008.
Coraggio Jose Luis and Maria Sol Arroyo, «A path to the social economy in Argentina: worker takeovers of bankrupt companies», στο Ash Amin (ed.) The Social economy. International perspectives on economic solidarity, Zed books, 2009. European Commission, Communication from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions, Social Business Initiative. Creating a favourable climate for social enterprises, key stakeholders in the social economy and innovation, COM(2011) 682 final, Brussels, 25.10.2011.
Greffe Xavier, «The Role of social Economy in Local Development», στο Antonella Noya and Emma Clarence, The Social Economy. Building Inclusive Economies, OECD, 2007.
Ziegler Rafael, Introduction: voices, preconditions, contexts, στο Rafael Ziegler (edit.), An Introduction to social entrepreneurship. Voices, preconditions, context, Edward Elgar, 2009.
Katz Richard & Peter Mair, «Changing Models of Party Organization and Party Democracy», Party Politics, no.1 (1995), σελ. 5-18.
Mendell, M. et al. (2009), “Improving Social Inclusion at the Local Level Through the Social Economy: Report for Poland”, OECD Local Economic and Employment Development (LEED) Working Papers, 2009/01, OECD Publishing.
Murray Robin, Danger and opportunity: Crisis and the new social economy, The Young Foundation-NESTA, 2009.
Les Ewa και Maria Jeliazkova, «The Social economy in Central East and South East Europe», στο Antonella Noya and Emma Clarence, The Social Economy. Building Inclusive Economies, OECD, 2007.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.