Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013


Η συνεισφορά της κοινωνικής οικονομίας
 στην ανάπτυξη της απασχόλησης
 στη νέα προγραμματική περίοδο 2014-2020:
 Κοινωνική οικονομία και τοπική ανάπτυξη


Εισήγηση στο Αναπτυξιακό Συνέδριο στο πλαίσιο προετοιμασίας της νέας  Προγραμματικής Περιόδου 2014 – 2020, Περιφέρεια Ιονίων Νήσων (Π.Ι.Ν.), Κέρκυρα, Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Η κρίση στη χώρα μας φέρνει αντιμέτωπους με την πρόκληση για έναν συνολικό επανασχεδιασμό των εργαλείων που διαθέταμε τα προηγούμενα χρόνια, τόσο για την οικονομική ανάπτυξη όσο και για τις πολιτικές που αφορούν στην απασχόληση και την κοινωνική συνοχή.
Εδώ θα παρουσιαστεί μια πρώτη προσέγγιση για τον ρόλο της κοινωνικής οικονομίας στην διαμόρφωση μιας βιώσιμης, δυναμικής και πλουραλιστικής επιχειρηματικότητας, σεβόμενης το περιβάλλον και τον άνθρωπο, καινοτόμας, με στοιχεία κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής και ποιοτικές θέσεις απασχόλησης οικονομίας του αύριο.

Ελλείποντες παράγοντες για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα
Η κοινωνική οικονομία αποτελεί έναν ιδιαίτερο τομέα, ο οποίος διαθέτει την ιδιαιτερότητα να μην ανήκει ούτε στον δημόσιο τομέα ούτε στον ιδιωτικό. Από την άλλη δανείζεται στοιχεία και από τους δύο τομείς. Έτσι, ως πρώτιστο στόχο τους οι οργανώσεις της κοινωνικής οικονομίας προκρίνουν το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον, την ικανοποίηση μιας συλλογικής κοινωνικής ανάγκης. Επιδιώκοντας αυτό τον σκοπό θέτουν περιορισμούς στο κέρδος, περιορισμούς που φθάνουν και στην απόλυτη αδυναμία των συμμμετεχόντων σε αυτές να έχουν πρόσβαση στα κέρδη. Από την άλλη τις διακρίνει η επιχειρηματική δραστηριότητα, από την άποψη ότι παρέχουν υπηρεσίας ή/και αγαθά στην αγορά. Ο λόγος όμως που το κάνουν αυτό είναι περισσότερο για την ευόδωση του σκοπού τους. Οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας διακρίνονται για την δημοκρατική λήψη αποφάσεων, (κάθε άτομο μία ψήφος ανεξάρτητα από το κεφάλαιο), και τα μέλη έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Στο εξωτερικό η κοινωνική οικονομία έχει μια ιστορία πολλών δεκαετιών. Επιπλέον, διαθέτει ιδιαίτερη βαρύτητα στην απασχόληση μιας χώρας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στη Γαλλία, το 10% περίπου των εργαζομένων απασχολούνται στον συγκεκριμένο τομέα.
Στο ερώτημα γιατί, αφού οι κοινωνικές επιχειρήσεις ευδοκιμούν σε όλο τον κόσμο, στην Ελλάδα δεν έχουν μία παρόμοια εξέλιξη, θα γίνει αναφορά σε κάποιους κύριους παράγοντες και στις συνέπειες τους αναφορικά με την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.
Στη Ελλάδα, το μικρό/οικογενειακό μέγεθος, η απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η έλλειψη υψηλά ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η απουσία δικτύωσης, η επιμονή στο μαγαζάκι μας, η απουσία μίας εικόνας –μίας σήμανσης– που να μεταφέρει στο κοινωνικό σύνολο το ποια ακριβώς είναι η δράση των υφιστάμενων φορέων, οι ζηλοτυπίες και οι μικροανταγωνισμοί, η απουσία πόρων, η απουσία κρατικής πολιτικής, η διαφθορά, η υπονόμευση πλεονεκτημάτων των κοινωνικών επιχειρήσεων λόγω της χρήσης της μεταναστευτικής εργασίας ή της μαύρης εργασίας, η μικρομεσαία δομή και η παρασιτική-αντιεπιχειρηματική κουλτούρα της μεταπολίτευσης, ο ναρκισσιστικός εγωτισμός που ανεπτύχθη από την δεκαετία του 1980 και εντεύθεν, ο υπέρμετρος καταναλωτισμός που διάλυσε κάθε έννοια κοινωνικής αλληλεγγύης, είναι στοιχεία που υπονόμευσαν το δυνητικό δυναμικό του τομέα της κοινωνικής οικονομίας.
Η κοινωνική οικονομία, όπως έχει καταδείξει άλλωστε η Ευρωπαϊκή εμπειρία, πέρα από τους δημόσιους φορείς, για να αναπτυχθεί έχει την ανάγκη υποστηρικτικών υποδομών. Έχει την ανάγκη στήριξης από τις τοπικές αρχές. Η κοινωνική οικονομία έχει την ανάγκη υποστήριξης από ΜΚΟ και εθελοντές. Πρέπει να διαθέτει διασυνδέσεις και την υποστήριξη από τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. μέσω της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, ηθικών κεφαλαίων κ.ά.). Χρειάζονται την δικτύωση με άλλες κοινωνικές επιχειρήσεις. Ιδιαιτέρως οι κοινωνικές επιχειρήσεις χρειάζονται την καλλιέργεια επιχειρηματικού πνεύματος γιατί πρέπει να αναγνωρίζουν ευκαιρίες στις αγορές. Για την ορθή λειτουργία τους και για να υπάρχει σωστή διαμόρφωση της σχέσης μελών/εργαζομένων, είναι απαραίτητη μια κατάλληλη ομάδα διαχείρισης, με προηγούμενη επιχειρηματική και διοικητική εμπειρία. Χρειάζονται αφοσίωση στην επιχείρηση. Πρέπει να διαθέτουν μία κουλτούρα επικέντρωσης στο στόχο, στον κοινωνικό τους σκοπό, αλλά και να καλλιεργούν την εμπιστοσύνη των εργαζομένων προς αυτές. Χρειάζονται χρηματοδότηση, και χρηματοδοτικά εργαλεία, ιδιαίτερα στην εναρκτήρια φάση, αλλά και για την συνέχιση της λειτουργίας τους. Χρειάζονται συλλογικό πνεύμα και τέλος, αν και το πιο αποφασιστικό, τα μέλη τους πρέπει να διαθέτουν πάθος.
Κρίση και κοινωνική οικονομία
Η κοινωνικο-οικονομική δομή των προηγούμενων δεκαετιών ανατρέπεται μέσα από τις δραματικές επιπτώσεις της κρίσης. Καίριες συνέπειες της κρίσης στη χώρα μας άπτονται άμεσα με την κοινωνική οικονομία.
Η αποσάθρωση της μικρομεσαίας δομής, δημιουργεί ένα ευρύ πεδίο παρεμβάσεων για τη δημιουργία κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων. Η μικρομεσαία δομή βρίσκεται σήμερα σε κρίση γιατί, πέραν των άλλων, επιμένοντας στο «οικογενειοκρατικό» μοντέλο επιχειρηματικότητας, δεν προσέφερε δυνατότητες για την ανάπτυξη ευρύτερων συλλογικών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών και δικτυώσεων. Έτσι, είχε περιορισμένη δυνατότητα να αντλεί πόρους από το ευρύτερο κοινωνικό-τοπικό περιβάλλον. Το κλείσιμο πολλών καταστημάτων σήμερα, και επιχειρήσεων είτε λόγω «αναγκαστικής» συνταξιοδότησης, είτε λόγω αδυναμίας συνέχισης της λειτουργίας τους απαιτεί άμεση παρέμβαση. Παρέμβαση που σε πολλές χώρες συνδυάστηκε με την ανάπτυξη των κοινωνικών επιχειρήσεων. Αυτό γιατί οι κοινωνικές επιχειρήσεις διαθέτουν χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στην μικρομεσαία δομή όπως η εγγύτητα των σχέσεων, η εμπιστοσύνη ανάμεσα στα μέλη μιας επιχείρησης, η διααφορετική υφήτ ων εργασιακών σχέσεων ακριβώς λόγω του κοινωνικού προσανατολισμού της επιχειρηματικότητας.
Ένας δεύτερος παράγοντας που θα επιδράσει καταλυτικά στην ανάπτυξη των κοινωνικών επιχειρήσεων είναι η συνεχής αδυναμία του Ελληνικού κράτους πρόνοιας να προσφέρει τις υπηρεσίες εκείνες που είναι απαραίτητες για μια αξιοπρεπή διαβίωση αλλά και την ανταπτυξιακή στρατηγική. Εδώ οι πιέσεις θα είναι έντονες. Κατ’ αρχάς η ανάγκη των γυναικών να ενταχθούν στην αγορά εργασίας λόγω της μείωσης του οικογενειακού εισοδήματος θα αυξήσει τις ανάγκες για υπηρεσίες φροντίδας. Επιπλέον, η γήρανση του πληθυσμού θα αυξήσει τη ζήτηση για υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας, αλλά και υγείας. Αλλά και μια σειρά άλλων κοινωνικών αναγκών, όπως η απεξάρτηση, η στέγαση, η σίτιση, είναι ανάγκες που θα διευρύνονται.
Επίσης, ο περιορισμός του κράτους πρόνοιας θα επιδράσει άμεσα και στα Άτομα με Αναπηρία. Εδώ η κοινωνική επιχειρηματικότητα έχει αποφασιστικό ρόλο, αφού μόνον μέσω αυτής είναι δυνατή η αύξηση της προσφοράς θέσεων εργασίας στα ΑμεΑ, αλλά και η ανάπτυξη υποστηρικτικών δομών γι’ αυτά.
Ένας τρίτος παράγοντας είναι η τάση επιστροφής προς την περιφέρεια, αφού για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες έχουμε τέτοια φαινόμενα. Αυτή η επιστροφή θα θέτει, με τη σειρά της, όλο και πιο έντονα το αίτημα της τοπικής-περιφερειακής ανάπτυξης απ’ ό,τι στο παρελθόν. Η τοπική ανάπτυξη, μέσα από την γεωργία, τις βιολογικές καλλιέργειες, την ανάπτυξη της τοπικής μεταποίησης αποτελεί αναγκαίο και ικανό παράγοντα για ένα μελλοντικό βιώσιμο οικονομικό μοντέλο.
Ένας τέταρτος παράγοντας είναι το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων στον τομέα της μεταποίησης. Σήμερα, ένας κίνδυνος που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία είναι η εξάλειψη κάθε μορφής επιχειρηματικότητας. Όπως είχε συμβεί και πριν από τριάντα χρόνια περίπου, είναι αρκετοί οι επιχειρηματίες που, για διάφορους λόγους, «εγκαταλείπουν» επιχειρήσεις που είναι βιώσιμες. Συνεπώς, εάν ο κύριος στόχος σήμερα είναι η διατήρηση της επιχειρηματικότητας, εκεί όπου αποτυγχάνουν άλλες μορφές, λογικό είναι να δοκιμάζονται νέες. Εδώ, το παράδειγμα της Αργεντινής, ένα παράδειγμα που έχει υιοθετήσει ο Καναδάς και ετοιμάζεται να υιοθετήσει και η Γαλλική κυβέρνηση, είναι ελπιδοφόρο. Στην Αργεντινή, ένα μεγάλο μέρος της δραστηριοποίησης της κοινωνικής οικονομίας, αφορούσε την επαναλειτουργία προβληματικών επιχειρήσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Οι εργαζόμενοι επέλεξαν τον δρόμο της μετατροπής των επιχειρήσεων σε κοινωνικές επιχειρήσεις, γιατί οι επιχειρήσεις λόγο της ασφυξίας στη ρευστότητα που είχε επιβάλει το τραπεζικό σύστημα, αυτές οδηγήθηκαν στην αναστολή των δραστηριοτήτων τους. Οι εργαζόμενοι ξεκινώντας από την διεκδίκηση των μισθών τους πέρασαν στο στάδιο της διαβούλευσης και από εκεί ξεκίνησαν αγώνες για τη νομική διεκδίκηση της περιουσίας του εργοστασίου. Τέλος, με την βοήθεια και άλλων, έθεταν και πάλι σε λειτουργία το εργοστάσιο.
Πέμπτος παράγοντας, μία σειρά από άλλες δραστηριότητες, που ανήκουν στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης και της βιώσιμης περιβαλλοντικής ανάπτυξης. Είναι δράσεις που είχαν «ξεχαστεί», αλλά είναι κρίσιμης σημασίας για τους πολίτες, αλλά και για τη διαμόρφωση ενός ελκυστικού επιχειρηματικού –πόσο μάλλον τουριστικού- περιβάλλοντος. Αυτές οι δράσεις έχουν να κάνουν με την αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών, την διαχείριση των ελεύθερων χώρων, την ενεργειακή ασφάλεια (ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, νέες μορφές ενέργειας), την πράσινη ανάπτυξη.

Συγκριτικά πλεονεκτήματα των φορέων της κοινωνικής οικονομίας
Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των φορέων της κοινωνικής οικονομίας έχουν τονιστεί από πολλούς. Όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Αυτές οι εταιρείες είναι συχνά πιο παραγωγικές και ανταγωνιστικές απ’ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Αυτό οφείλεται στο πολύ υψηλό επίπεδο προσωπικής αφοσίωσης εκ μέρους των εργαζόμενων τους και στις καλύτερες συνθήκες εργασίας που [αυτές οι επιχειρήσεις] παρέχουν» (European Commission,2011,4).
Άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα οργανώσεων κοινωνικής οικονομίας είναι:
Α) Η ικανότητά τους να χρησιμοποιούν ελεύθερους (οικονομικούς και ακόμα πιο σημαντικό ανθρώπινους) πόρους μη διαθέσιμους στους δημόσιους και στους κερδοσκοπικούς φορείς.
Β) Η δυνατότητά τους να περιορίζουν το κόστος παραγωγής μέσω οργανωτικών καινοτομιών, διαφορετικών εργασιακών σχέσεων, ευελιξίας στη χρήση των πόρων  και μια καλύτερη ικανότητα να αντιμετωπίζουν την ζήτηση που αναδεικνύεται σε συγκεκριμένο χώρο («γωνίτσα» κόγχη).
Γ) Η δημιουργία εμπιστοσύνης, υπερκεράζοντας έτσι τα προβλήματα ασύμμετρης πληροφόρησης μεταξύ φορέων και καταναλωτών.
Δ) Επιπλέον, θεωρητικά, οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας λόγω των πολλαπλών προσδοκιών που εμπεδώνουν και μη υποκείμενες στην πίεση για βραχυπρόθεσμα κέρδη είναι επίσης ικανές να προσδιορίζουν σε ποιους τομείς η ανταπόκριση της αγοράς ή του δημοσίου είναι ανεπαρκής στην κάλυψη αναγκών. Κάνοντας αυτό, οι οργανώσεις της κοινωνικής οικονομίας μπορούν να σχεδιάσουν ανταποκρίσεις  που θα απαντήσουν με επάρκεια σε αυτές τις ανάγκες και με κατάλληλα μέσα και τρόπους, και να διαμορφώσουν επιτόπου χρηματοδοτικά δίκτυα που θα διασφαλίσουν την εκπλήρωση αυτών των αναγκών.
Ε) Έχουν ψηλά επίπεδα αυτοχρηματοδότησης σε σύγκριση με άλλους τομείς (αυτό επιτυγχάνεται με το να προσφέρουν στην αγορά αγαθά και υπηρεσίες).
ΣΤ) Απολαμβάνουν σημαντικότατης τοπικής υποστήριξης ως μη κερδοσκοπικές ενώσεις με υπολογίσιμη τοπική διάσταση. Αυτή η υποστήριξη τους προσφέρει τη δυνατότητα να προσελκύουν μερίδες της κοινότητας να εργασθούν ως εθελοντές.
Ζ) Είναι δραστήριοι στο να συνυφαίνουν δίκτυα σχέσεων με τοπικούς θεσμούς που τους βλέπουν ως ευέλικτα και δυναμικά εργαλεία τοπικής ανάπτυξης.
Η) Είναι ευέλικτες δομές επιχειρηματικότητας, με μεγάλη ετοιμότητα να εισέλθουν σε νέους τομείς εργασιών όπως η ανακύκλωση, η αναχρησιμοποίηση, η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η καθαριότητα και η συντήρηση,  η συντήρηση φυσικών περιοχών κ.λπ. Διαθέτουν την προδιάθεση να διαμορφώνουν δίκτυα συνεργασίας με άλλες οργανώσεις της οικονομίας που βασίζεται στην κοινότητα, γεγονός που παγιώνει, εδραιώνει το κοινωνικό κεφάλαιο.
Θ) Συνεισφέρει στην προώθηση μοντέλων διακυβέρνησης που προωθούν την ένταξη και ενδυναμώνουν την τοπική κοινότητα στο να διαμορφώνει στρατηγικές λήψης αποφάσεων. Δημιουργεί νέα απασχόληση ως αποτέλεσμα των νέων υπηρεσιών που παρέχονται και ευνοούν την εργασιακή ένταξη μειονεκτούντων ατόμων, οι οποίοι αλλιώς αποκλείονται από ευκαιρίες δημιουργίας εισοδήματος.
Ι) Συνεισφέρει στο να μεταφέρονται δραστηριότητες της μαύρης οικονομίας στην τυπική οικονομία, μέσα από την νομιμοποίηση της παράνομης εργασίας.
ΙΑ) Η κοινωνική οικονομία μπορεί να αντιμετωπίσει παράλληλα τόσο τον κοινωνικό αποκλεισμό και την φτώχεια μέσα από την εργασιακή ένταξη και την δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης για τους ΑμεΑ, αλλά μπορεί επίσης να συνεισφέρει στην τοπική ανάπτυξη.

ΙΒ) Οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας προσελκύουν τα μέλη τους κυρίως από την τοπική κοινωνία στην οποία ενυπάρχουν, βοηθούν στην οικοδόμηση της τοπικής εμπιστοσύνης, ενισχύουν την εμπλοκή περισσότερων πολιτών στα ζητήματα της κοινότητας και, συνεπώς, βοηθούν την κοινότητα να έχει περισσότερο λόγο και πολιτική επιρροή στα ζητήματα που την αφορούν. Οι οργανώσεις της κοινωνικής οικονομίας αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για την διάχυση αυτής της εμπιστοσύνης.

ΙΓ) Λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ποικίλες ωφέλειες, χρησιμότητες και προσδοκίες, συνεπώς ανταποκρίνονται καλύτερα τις τοπικές ανάγκες.

ΙΔ) Είναι σωστά τοποθετημένες ώστε να φθάνουν σε στοχευμένες μειονεκτικές ομάδες και γειτονίες.

ΙΕ) Κατανοούν νέες ανάγκες της αγοράς –όχι απλά υπό την έννοια της ανάπτυξης νέων υπηρεσιών για τις γειτονιές ή για πολιτιστικές δραστηριότητες, αλλά επίσης και με όρους ανύψωσης των φιλοδοξιών, των βλέψεων του τοπικού πληθυσμού

ΙΣΤ) Συνιστούν ζωντανά παραδείγματα για το πώς μπορούν να αλλάξουν οι ζωές των ανθρώπων καθώς αποκτούν εμπιστοσύνη, να αδράξουν τις ευκαιρίες που βρίσκονται γύρω τους. Οι πιθανότητες οι άνθρωποι να πιστέψουν ότι μπορούν να κινηθούν σε απασχόληση με υψηλότερες δεξιότητες αυξάνονται εάν αυτοί μπορούν να ταυτιστούν με άλλους ανθρώπους που ήδη το έχουν κάνει.

Στοιχεία για τη συμβολή της κοινωνικής οικονομίας στο Ελληνικό παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος

Τα βήματα για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας πρέπει να είναι προσεκτικά και να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους τόσο την ιδιαίτερη εμπειρία της Ελλάδας όσο και εμπειρίες που προσομοιάζουν με την δική μας. Οι τομείς που θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες είναι κρίσιμης σημασίας. Έτσι, όπως έχει δείξει και η εμπειρία άλλων χωρών που όπως η Ελλάδα διέθεταν μια πιο περιορισμένη εμπειρία στην κοινωνική οικονομία, η κοινωνική οικονομία:
Α) Έρχεται προς επίρρωση των κενών που δημιουργούνται από τις αστοχίες ή τις αδυναμίες της αγοράς σε τομείς όπως ο πιστωτικός, η στέγαση, η κατανάλωση, η γεωργία.
Β) Συμπληρώνει τα κενά από την αποδυνάμωση, ή ακόμα και την μη επαρκή ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών ή των υπηρεσιών κοινού συμφέροντος.
Γ) Συνεισφέρει στις πολιτικές για κοινωνική ένταξη μέσω της παροχής ευκαιριών απασχόλησης για τους μακροχρόνια ανέργους και άλλες ομάδες με ειδικές ανάγκες.
Για να είναι αποτελεσματική η κοινωνική οικονομία, πρέπει να αποτελεί στοιχείο μιας συνεκτικής στρατηγικής για την κοινωνική και την οικονομική μεταρρύθμιση. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτεία, σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να αποτελέσει τον εταίρο της κοινωνικής οικονομίας, υποστηρίζοντας τις πρωτοβουλίες στον συγκεκριμένο τομέα με τρόπους όπως η χρηματοδότηση, η παροχή υποδομών, η καλλιέργεια των αναγκαίων δεξιοτήτων.

Η κοινωνική οικονομία στην νέα προγραμματική περίοδο-τομείς δραστηριοποίησης στην περιφέρεια
Ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας στην νέα προγραμματική περίοδο φαίνεται να αναβαθμίζεται. Η νέα πρωτοβουλία που έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Πρωτοβουλία για Κοινωνική Επιχειρηματικότητα είναι χαρακτηριστική των διαθέσεων της ΕΕ. Επίσης ο νέος κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείο κάνει ιδιαίτερη αναφορά στο αίτημα για «Προώθηση της κοινωνικής οικονομίας και των κοινωνικών επιχειρήσεων». Επιπλέον, στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα για την Κοινωνική Αλλαγή και την Καινοτομία τονίζεται ότι Ευρωπαϊκός στόχος είναι «Η προώθηση της απασχόλησης και της κοινωνικής ένταξης μέσα από την αύξηση της διαθεσιμότητας και της πρόσβασης των μικροπιστώσεων σε ευάλωτες ομάδες και μικρο-επιχειρήσεις και μέσα από την αύξηση της πρόσβασης σε χρηματοοικονομικούς πόρους για τις κοινωνικές επιχειρήσεις» (COM(2011) 609). Συνεπώς, από άποψη χρηματοδοτήσεων φαίνεται ότι στην επόμενη προγραμματική περίοδο θα υπάρξουν ιδιαίτεροι πόροι για την κοινωνική οικονομία.
Η τοπική ανάπτυξη, με ορθό σχεδιασμό καλύπτει την ανάγκη για τοπική «ευφυΐα» στο να συνταιριάζονται οι δράσεις στην αντιμετώπιση των τοπικών αναγκών. Δίνει τη δυνατότητα για ενισχυμένη εστίαση, στόχευση και ευελιξία στην προσέγγιση των ζητημάτων. Επιτυγχάνει μεγαλύτερη εμπλοκή των τοπικών φορέων, αύξηση της αίσθησης της «ιδιοκτησίας» των δράσεων και συνεπώς της νομιμοποίησής τους στα μάτια των πολιτών. Επιπλέον, η εγγύτητα του τοπικού σχεδιασμού στις ομάδες-στόχος συνεπάγεται και καλύτερη κατανόηση των αναγκών τους. Παράλληλα, είναι πολλά τα οφέλη που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της υλοποίησης από την ανταλλαγή πληροφόρησης. Με όλα αυτά, αναπτύσσονται σχέσεις εμπιστοσύνης, πιο αποτελεσματική δικτύωση και αλληλεπίδραση μεταξύ φορέων/ομάδων. Επίσης, υπάρχει ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων για να παρέχουν συνεταιρικές λύσεις σε πολυδιάστατα προβλήματα.
Τρία κεντρικά στοιχεία μπορούν να προσδιοριστούν που καταδεικνύουν τη διαφορά μεταξύ μια άκρως χρηματοοικονομικής λογικής και της λογικής της τοπικής ανάπτυξης και της παρέμβασης των φορέων της κοινωνικής οικονομίας:
Α) Οι πολύπλοκοι αντικειμενικοί στόχοι των προγραμμάτων τοπικής ανάπτυξης απαιτούν χρηματοδοτική εμπλοκή τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα. Γενικά, για λόγους δομικούς, οι δραστηριότητες των οργανισμών της κοινωνικής οικονομίας δεν είναι τόσο κερδοφόρες σε σχέση με τις άλλες επιχειρήσεις.
Β)  Η χαμηλή κερδοφορία αυτών των οργανώσεων εξηγείται συνήθως από το γεγονός ότι οι εταιρείες που δημιουργούνται έχουν απλώς ως σκοπό την υποστήριξη κοινωνικών προγραμμάτων/σκοπών.
Γ) Η πολυπλοκότητα των προγραμμάτων απαιτεί/συνεπάγεται μακροσκελείς διαπραγματεύσεις. Η έλλειψη κερδοφορίας απαιτεί την επένδυση σημαντικών ποσών χρόνου για την εξεύρεση πόρων. Η έλλειψη κεφαλαίων περιορίζει τη δυνατότητα να αναλαμβάνονται ρίσκα. Και οι εταιρικές σχέσεις απαιτούν σταθερή συντήρηση εάν είναι να επιβιώσουν. Αυτά εξηγούν το γεγονός ότι τέτοια προγράμματα προχωρούν συνήθως με αργούς ρυθμούς
Ποιοι πρέπει να είναι οι κύριοι στόχοι για την επόμενη προγραμματική περίοδο; Κατά την άποψή μου πρέπει:
Α) Να υπάρξει παροχή υποστήριξης για την απασχόληση και την ενίσχυση των ικανοτήτων/δεξιοτήτων.
Β) Να υπάρξει στόχευση στη δημιουργία νέων και καλύτερων ευκαιριών απασχόλησης που να είναι κοινωνικά χρήσιμες και οικονομικά βιώσιμες.
Γ) Να ικανοποιηθεί η ανάγκη για οικονομική διαφοροποίηση, γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει μια βιώσιμη ανάπτυξη μακροπρόθεσμα.
Δ) Να υποστηριχθεί η είσοδος μειονεκτικών ομάδων στην αγορά εργασίας
Πρέπει επίσης να προσδιοριστούν οι πληθυσμιακές ομάδες που θα αποτελέσουν προτεραιότητα αυτών των δράσεων. Θεωρώ, ότι η κοινωνική οικονομία πρέπει να θέσει προτεραιότητες και αυτές είναι οι νέοι, οι γυναίκες, οι εργαζόμενοι ηλικίας από 50-67, τα άτομα με αναπηρία και οι μακροχρόνια άνεργοι.
Επιπρόσθετα, η χρηματοδότηση στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας πρέπει να κατευθύνεται σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες, καθ’ ό,τι είναι αυτές που δεν διαθέτουν το τυπικό περίγραμμα του επιχειρηματία. Πρέπει να έχουμε την επίγνωση ότι οι τράπεζες δεν προχωρούν σε δανεισμό τέτοιων ανθρώπων.  Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όσοι προχωρούν σε δημιουργία κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων συνήθως δεν διαθέτουν την εμπειρία της διεύθυνση και διοίκησης μικρομεσαίων επιχειρηματικών μονάδων.
Αναφορικά τώρα με τους τομείς δράσεις της κοινωνικής οικονομίας, εδώ νομίζω ότι η κοινωνική οικονομία, όπως προαναφέρθηκε μπορεί να συνεισφέρει παντού. Εάν το κεντρικό ζήτημα της περιφέρειας για την επόμενη περίοδο είναι η βιώσιμη ανάπτυξη, τότε πρέπει απαραίτητα να υπάρξει μια διαφοροποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Αναφέρω το παράδειγμα χωρών όπως η Αίγυπτος και η Τυνησία, στις οποίες, οι κοινωνικές αναταραχές, που προήλθαν από τις υπέρμετρες κοινωνικές ανισότητες, τα υψηλά επίπεδα ανεργίας, την κυριαρχία της διαφθοράς, την κατάλυση του κράτους δικαίου και ένα οικονομικό μοντέλο που οδηγούσε μεγάλο μέρος των πολιτών στον κοινωνικό αποκλεισμό, οδήγησαν στην δραματική μείωση του τουριστικού προϊόντος με δραματικές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας.
Οι δράσεις στις οποίες μπορεί να υπάρξει δραστηριοποίηση φορέων της κοινωνικής οικονομίας είναι δράσεις ενισχυτικές προς το περιβάλλον, τον τουρισμό, τον πολιτισμό, την διατροφή. Εδώ, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο τουρισμός για την διαφοροποίηση της οικονομίας της περιφέρειας. Για παράδειγμα, να εξεταστεί η δυνατότητα της δημιουργίας κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων σαπωνοποιίας για την τροφοδοσία ξενοδοχείων. Να διερευνηθούν οι δυνατότητες για επιχειρήσεις όπως ο Κορρές, η Apivita, ο Παπουτσάνης, ή άλλοι να προσφέρουν τεχνογνωσία σε ανέργους για την παραγωγή αφρόλουτρων και σαμπουάν, κατά προτίμηση με τοπικά προϊόντα και συσκευαστήρια στα οποία θα απασχολούνται τοπικές ευάλωτες ομάδες πληθυσμού. Η παραγωγή θα διατίθεται και αυτή στον τουριστικό τομέα. Παράλληλα, το πρωϊνό που παρέχεται σε όλο το σύστημα του τουρισμού να βασίζεται στην τοπική παραγωγή και στην ανάπτυξη συνεταιρισμών που θα αναλαμβάνουν δράσεις μεταποίησης όπως συσκευασία βουτύρου, μερίδες γάλακτος, μαρμελάδες, εκτροφή γαλοπούλας, δημιουργία αλλαντικών από ντόπια κτηνοτροφία. Κινητοποίηση του τοπικού πληθυσμού με την επιτόπια κατασκευή τουριστικών αναμνηστικών (από ξύλινες κατασκευές έως κουρελούδες). Στόχος δεν πρέπει να είναι μόνο η κάλυψη των τουριστικών αναγκών αλλά το σύνολο του πληθυσμού, σταδιακά, και γιατί όχι, μέσα από την καλλιέργεια της ποιότητας και του καινοτόμου προϊόντος οι εξαγωγικές δραστηριότητες.  
Ακόμα, στον ίδιο τον τομέα του τουρισμού, θα μπορούσαν να γίνουν κινήσεις προσέλκυσης νέου τύπου τουριστών, όπως τα άτομα ΑμεΑ, με κοινωνικές τουριστικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις που να απαρτίζονται και αυτές από ντόπια άτομα με αναπηρία. Μια τέτοια δράση, για παράδειγμα, απαιτεί συνολικότερη κινητοποίηση και σχεδιασμό, αφού θα πρέπει να διασφαλίσει την προσβασιμότητα των νησιών, την δημιουργία κατάλληλων εγκαταστάσεων σε παραλίες, μεταφορικά μέσα, κ.ά.
Υπάρχουν και μια σειρά από άλλες δραστηριότητες με ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των κοινωνικών επιχειρήσεων. Μια σειρά από δράσεις όπως η αναβάθμιση των κατοικιών στα νησιά, η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (μικρά αιολικά, ηλιακοί θερμοσίφωνες κατάλληλα σχεδιασμένοι για να σέβονται την παραδοσιακή αρχιτεκτονική), είναι τομείς όπου με την συνεργασία φορέων όπως το ΤΕΕ, τα επιμελητήρια, οι βιομηχανίες, τα πανεπιστήμια μπορούν να προσφέρουν απασχόληση τόσο σε ειδικευμένο όσο και σε ανειδίκευτο προσωπικό.
Ανέφερα το ζήτημα των επιχειρήσεων που κλείνουν και πόσο σημαντικό είναι να διασφαλιστεί η συνέχισή τους από τη νέα γενιά, ίσως και με μια επιδότηση του παλιού ιδιοκτήτη για να προσφέρει τις γνώσεις του σε αυτούς που θα αναλάβουν. 
Να αναφέρω επίσης ιδέες όπως τα συνεργατικά καθαριστήρια, ένα σύστημα μεταφορών με μικρά ηλεκτρικά οχήματα, η καλλιέργεια και προώθηση τοπικών σπόρων και ποικιλιών, η ανακήρυξη ολόκληρων νησιών σε κέντρα βιολογικής παραγωγής και διατροφής.
Στον κοινωνικό τομέα, όπου εδώ η συνεισφορά της Εκκλησίας μπορεί να είναι καθοριστική, υπάρχουν ιδέες για την δημιουργία στεγαστικών μονάδων για απόρους, η ενίσχυση των κοινωνικών παντοπωλείων ή των δομών σίτισης απόρων, η δημιουργία βρεφονηπιακών σταθμών γονέων με φύλαξη κατ’ οίκον, η διεύρυνση των παρεχόμενων υπηρεσιών από το βοήθεια στο σπίτι.

Επίλογος
Η κρίση είναι σίγουρο ότι θα απελευθερώσει εκείνες τις αξίες της αλληλεγγύης, της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας, της δικαιοσύνης, του επιχειρηματικού ρίσκου, που ο παρασιτικός καταναλωτισμός των προηγούμενων δεκαετιών είχε θάψει στο υποσυνείδητό μας.
Το αίτημα λοιπόν πρέπει να είναι η οικονομική ανεξαρτησία, η δίκαιη διανομή εισοδημάτων. Το αίτημα πρέπει να είναι η βιώσιμη ανάπτυξη, η αξιοπρεπής διαβίωση και η αξιοπρεπής εργασία. Το αίτημα πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους και η καταπολέμηση της διαφθοράς. Το αίτημα πρέπει να είναι η περιφερειακή ανάπτυξη. Το αίτημα είναι η ανάπτυξη μίας αλληλέγγυας οικονομίας για μία Ελλάδα με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή, μια Ελλάδα με ενισχυμένη την διάσταση της αλληλεγγύης.
Σήμερα ωστόσο, με την κρίση να έχει κυριολεκτικά αποσαρθρώσει την παραγωγική δομή της χώρας, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην αναλάβουμε πρωτοβουλίες σε έναν τομέα που σε Ευρωπαϊκό επίπεδο παρέχει το 6% της απασχόλησης, δηλαδή περίπου 11 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, τον τομέα της κοινωνικής οικονομίας.
Σήμερα, η πλήρης χρεωκοπία του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης επιτάσσει την ανάγκη μιας ριζικής επαναπροσέγγισης της ανάπτυξης με κατεύθυνση την υποστήριξη και την αναγέννηση των τοπικών κοινοτήτων. [Επίσης] τη δημιουργία μικρών και προσαρμοσμένων παραγωγικών μονάδων με ένα σύστημα συμμετοχικής διακυβέρνησης.
Σήμερα πρέπει να δοκιμαστούν νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας και καινοτόμας επιχειρηματικότητας. Η κοινωνική οικονομία μπορεί να συνεισφέρει στην ολοκληρωμένη βιώσιμη αστική ανάπτυξη με μέτρα που αφορούν από την φυσική ανάπλαση του αστικού περιβάλλοντος, τα οποία θα συνδυάζονται με μέτρα που προωθούν την εκπαίδευση, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ένταξη και την προστασία του περιβάλλοντος. Σε αυτό το πρόταγμα, ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας είναι πολύπλευρος, γιατί αυτή μπορεί να συνεισφέρει σε μια πολυδιάστατη αναπτυξιακή στρατηγική.
Είναι σαφές ότι η κοινωνική οικονομία δεν μπορεί να επιλύσει όλα τα προβλήματα και δεν θα έπρεπε να περιμένουμε κάτι τέτοιο από αυτή. Για να είναι αποτελεσματική η κοινωνική οικονομία πρέπει να αποτελεί στοιχείο μιας συνολικής στρατηγικής για την κοινωνικο-οικονομική μεταρρύθμιση. Αυτό συνεπάγεται ότι η κυβέρνηση, σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να εμπλέκεται ως εταίρος, να συνοδεύει τους φορείς της κοινωνικής οικονομίας με διάφορους τρόπους που περιλαμβάνουν τα χρηματοοικονομικά, την υποστήριξη στις υποδομές, στις επιχειρηματικές δεξιότητες, την κατάρτιση κ.ά.
Σήμερα η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα είναι βαθύτατη. Συνεπώς, η κοινωνική οικονομία αναλαμβάνει έναν ακόμα πιο αποφασιστικό ρόλο στο να βοηθήσει την ανάκαμψη. Αυτό γιατί έχει την δυνατότητα να κινητοποιεί πόρους που δεν μπορούν άλλοι τομείς, όπως  ο εθελοντισμός, η αλληλεγγύη, η τοπική κοινωνία και τα τοπικά δίκτυα.
Προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί η ανάπτυξη υψηλού επιπέδου συνεργασιών μεταξύ των κατοίκων, της κοινωνίας των πολιτών, της τοπικής οικονομίας και των διαφόρων επιπέδων διακυβέρνησης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.