Σάββατο, 30 Μαρτίου 2002

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ-ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (ΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗΣ) ΣΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ


ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Η Επαγγελματική εκπαίδευση κατάρτιση θεωρήθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες το μέσο για την οικονομική ανάπτυξη, την προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις τεχνολογικές αλλαγές, το όπλο για την προώθηση της απασχόλησης. Ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος είναι μάλλον υπερτονισμένος. Ενώ από τη μια είναι χρήσιμη για την προσαρμογή στο νέο παραγωγικό υπόδειγμα που στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας, από την άλλη, δεν δείχνει να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στο πρόβλημα της κρίσης της απασχόλησης. Επιπλέον, χρησιμοποιείται ιδεολογικά από την νεοφιλελεύθερη λογική για να μεταφέρει το βάρος του κόστους και το ρίσκο της απόδοσης της κατάρτισης από τους εργοδότες στους εργαζόμενους, υποκρύπτει λογικές εντατικοποίησης της εργασίας και επιρρίπτει –αδίκως- την ευθύνη της ανεργίας στους ανέργους.
Στην Ελλάδα η ΕΕΚ δημιουργήθηκε έπειτα από παρεμβάσεις εξωτερικών μηχανισμών, εξελίχθηκε με έναν ασυντόνιστο τρόπο και πάσχει από έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και γνώσης των ιδιαίτερων συνθηκών και αναγκών της χώρας. Όχι τυχαία λοιπόν, οι ελάχιστες υπάρχουσες έρευνες δείχνουν ελάχιστη σχέση της ΕΕΚ με την απασχόληση.




 

ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
 


ΙΓ΄ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ


ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ



Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ-ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (ΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΖΟΜΕΝΗΣ)
 ΣΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ


Σεμινάριο: Οικονομικά της κοινωνικής προστασίας



Επιβλέπων:
Χλέτσος Μιχάλης



Σπουδαστής:
Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας


Αθήνα-Μάρτιος 2002















ΠΕΡΙΛΗΨΗ


Η Επαγγελματική εκπαίδευση κατάρτιση θεωρήθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες το μέσο για την οικονομική ανάπτυξη, την προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις τεχνολογικές αλλαγές, το όπλο για την προώθηση της απασχόλησης. Ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι ο ρόλος είναι μάλλον υπερτονισμένος. Ενώ από τη μια είναι χρήσιμη για την προσαρμογή στο νέο παραγωγικό υπόδειγμα που στηρίζεται κατά κύριο λόγο στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας, από την άλλη, δεν δείχνει να έχει τη δυνατότητα να απαντήσει στο πρόβλημα της κρίσης της απασχόλησης. Επιπλέον, χρησιμοποιείται ιδεολογικά από την νεοφιλελεύθερη λογική για να μεταφέρει το βάρος του κόστους και το ρίσκο της απόδοσης της κατάρτισης από τους εργοδότες στους εργαζόμενους, υποκρύπτει λογικές εντατικοποίησης της εργασίας και επιρρίπτει –αδίκως- την ευθύνη της ανεργίας στους ανέργους.
Στην Ελλάδα η ΕΕΚ δημιουργήθηκε έπειτα από παρεμβάσεις εξωτερικών μηχανισμών, εξελίχθηκε με έναν ασυντόνιστο τρόπο και πάσχει από έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και γνώσης των ιδιαίτερων συνθηκών και αναγκών της χώρας. Όχι τυχαία λοιπόν, οι ελάχιστες υπάρχουσες έρευνες δείχνουν ελάχιστη σχέση της ΕΕΚ με την απασχόληση.

Λέξεις-κλειδιά: Επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (αρχική και συνεχιζόμενη), ανεργία, απασχόληση



















Η παγκοσμιοποίηση, οι ταχύτατες τεχνολογικές και οργανωτικές αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία και η σταθερά υψηλή ανεργία έχουν φέρει στο προσκήνιο την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ως τον παράγοντα που θα επιλύσει όλα τα προβλήματα που προκύπτουν ως αποτέλεσμα αυτών των βαθιών μετασχηματισμών και θα ενισχύσει την απασχόληση. Ωστόσο, όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε, ο ρόλος της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι υπερτονισμένος, και αυτό για δύο λόγους: πρώτον, λόγω της φιλελεύθερης ιδεολογικής επίθεσης και δεύτερον, λόγω της αδυναμίας να υιοθετηθεί μια επεκτατική οικονομική πολιτική. Για να καταδείξουμε αυτό το ζήτημα θα αναφερθούμε πρώτα στις αλλαγές στην παραγωγική δομή οι οποίες κατά πολλούς αποτελούν τον κύριο λόγο που πιέζει για περισσότερη κατάρτιση. Έπειτα θα γίνει μια αναφορά στο ρόλο της κατάρτισης και τι έχουν δείξει οι όποιες έρευνες μέχρι σήμερα και στην σχέση της κατάρτισης με την απασχόληση και τέλος θα αναφερθούμε στην κατάσταση στην Ελλάδα.


Η κρίση στην απασχόληση εμφανίζεται ως μια πτυχή της πολυεπίπεδης κρίσης της οργάνωσης των μεταπολεμικών δυτικών κοινωνιών: της κρίσης του κράτους πρόνοιας, του κεϋνσιανού μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας και του φορντικού μοντέλου παραγωγής[1]. Το πέρασμα στον μεταφορντισμό, με την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή και τον επανασχεδιασμό των επιχειρήσεων, φέρνει στο προσκήνιο το πρόβλημα της ανεργίας αφού οι νέες παραγωγικές αναδιαρθρώσεις καθιστούν μεγάλες μερίδες του εργατικού δυναμικού τόσο στην βάση όσο και στην διοικητική ιεραρχία πλεονάζουσες[2]. Συνέπεια αυτών των εξελίξεων είναι η κρίση της απασχόλησης.
Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στον τομέα της παραγωγής τα τελευταία χρόνια αποκαλούνται από πολλούς «νέα βιομηχανική επανάσταση»[3]. Βασικό στοιχείο της νέας παραγωγικής δομής που αναδύεται είναι οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών[4] και η αναδιοργάνωση των επιχειρήσεων. Πολλοί μιλούν για το «μετασχηματισμό της εργασίας»[5], αλλά και για το «τέλος της εργασίας»[6]. Εδώ θα προσπαθήσουμε να δούμε συνοπτικά τις νέες ανάγκες που γεννιούνται από αυτό το νέο παραγωγικό υπόδειγμα.
Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του νέου παραγωγικού υποδείγματος: η εισαγωγή στις επιχειρήσεις των νέων αυτοματοποιημένων τεχνολογιών και των τεχνολογιών της πληροφορικής και ο επανασχεδιασμός των επιχειρήσεων. Η σημαντικότητα των τεχνολογιών της πληροφορικής φαίνεται και από το γεγονός ότι μόνο στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 δαπανήθηκαν 1 τρισεκατομμύριο δολάρια σε τέτοιες τεχνολογίες[7]. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στη νέα παραγωγική δομή έπαιξαν και άλλοι μετασχηματισμοί της παραγωγικής διαδικασίας οι οποίοι βέβαια βασίστηκαν στις νέες τεχνολογίες αλλά δεν καθορίστηκαν από αυτές. Τέτοιοι μετασχηματισμοί είναι η αρχή της λιτής παραγωγής, ο τογιοτισμός ή ονισμός, η παραγωγή just in time και  ο επανασχεδιασμός των επιχειρήσεων[8]. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια νέα δομή επιχείρησης που, σχηματικά, έχει ως εξής[9]:

Πίνακας 1:
Αλλαγές στην δομή των επιχειρήσεων
 




Πλαίσιο κειμένου: Επιχείρηση
















Οι κυριότερες επιπτώσεις του νέου παραγωγικού υποδείγματος στις εργασιακές δεξιότητες είναι οι παρακάτω: Κατ’ αρχάς, η αντικατάσταση της παραδοσιακής διοικητικής ιεραρχίας από ομάδες πολλαπλών ειδικοτήτων και η τάση η λήψη αποφάσεων να ωθείται προς το χαμηλότερο δυνατόν επίπεδο καταργεί όλο εκείνο το στρώμα των μεσαίων στελεχών που ήταν επιφορτισμένο με την επίβλεψη και το συντονισμό της άμεσης παραγωγής καθώς και με τις εργασίες της αμφίδρομης – προς τη διοίκηση αλλά και προς τους εργάτες – ροής πληροφοριών. Ο ίδιος ο εργαζόμενος συμμετέχει πλέον στην έρευνα και την ανάπτυξη των προϊόντων, μοχθεί για τη συνεχή βελτίωση του προϊόντος, επισκευάζει επί τόπου τα προβλήματα που παρουσιάζονται στον εξοπλισμό. Συνεπώς αλλάζουν και οι ανάγκες δεξιοτήτων που πρέπει να κατέχει. Θα πρέπει να κατέχει πολλαπλές ειδικότητες, να εντοπίζει γρήγορα τα προβλήματα, να υποβάλει προτάσεις βελτίωσης, να έχει ομαδικό πνεύμα, να μπορεί να επικοινωνεί τόσο με τα εναπομείναντα διοικητικά στελέχη όσο και με τους συναδέλφους του. Επιπλέον, θα πρέπει να γνωρίζει όσο το δυνατόν περισσότερα για την επιχείρηση και να έχει ευρύτερη άποψη της παραγωγικής διαδικασίας. Θα πρέπει να είναι λοιπόν βιομήχανος, τεχνολόγος και διαχειριστής, πολυδύναμος, να είναι δυνατόν να συνδυάζει ένα σύνολο χειρισμών και να εποπτεύει ένα πολυλειτουργικό σύνολο μηχανών καθώς και να συμφωνεί επικοινωνιακά με τα άλλα μέλη της ομάδας του.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι ημιειδικευμένοι εργάτες. Αυτοί, όπως καταδεικνύει και το δεύτερο σχήμα περνούν πλέον «στην εξωτερική σφαίρα» της επιχείρησης[10].


Ο τεϋλορισμός είχε εκπαιδευτικές ανάγκες για τρεις βασικές κατηγορίες επαγγελμάτων:
Α) Επαγγέλματα που απαιτούσαν υψηλό επίπεδο τεχνικών και οργανωτικών και γενικών γνώσεων.
Β) Επαγγέλματα που απαιτούσαν σημαντικό επίπεδο γνώσεων τεχνικού και οργανωτικού χαρακτήρα που αναφέρονταν ωστόσο σε ένα ορισμένο τμήμα της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας, και, τέλος,
Γ) Επαγγέλματα με χαμηλό δείκτη τεχνικών και οργανωτικών γνώσεων, αλλά με σημαντικό εμπειρικό περιεχόμενο[11].
Οι ανάγκες αυτές σήμερα παραμένουν αλλά μόνον όπως είδαμε για ένα ραγδαία μειωνόμενο αριθμό εργαζομένων. Αντιθέτως, λόγω των αλλαγών που περιγράψαμε αλλά και το αυξημένο ποσοστό των εργαζομένων σε υπηρεσίες πληροφόρησης αυξάνουν οι ανάγκες για:
Α) Εργαζόμενους με γνώσεις για τις υπηρεσίες πληροφόρησης, οι οποίοι κατέχουν επικοινωνιακές δεξιότητες, βασικές δεξιότητες ηλεκτρονικών υπολογιστών. Δηλαδή, ένα καλό επίπεδο γενικών γνώσεων, κάποιες βασικές δεξιότητες χειρισμού, δυνατότητες κατανόησης, επικοινωνίας, συμμετοχής στη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Β) Συνέπεια των προηγουμένων είναι η ανάγκη για σημαντικές βελτιώσεις στην ποιότητα της γενικής εκπαίδευσης.
Γ) Επιπλέον, και ως συμπλήρωμα, η εντατική εκπαίδευση και η εξειδικευμένη κατάρτιση, ιδίως σε δεξιότητες τεχνολογιών πληροφόρησης και επικοινωνιών. (π.χ. μηχανικοί και σχεδιαστές λογισμικού, εξειδικευμένοι επαγγελματίες στις φυσικές επιστήμες, μηχανολογία, ιατρική, διοίκηση, κοινωνικές επιστήμες, κ.ά.)[12].
Θα ήταν ίσως χρήσιμο να δούμε ποιές ακριβώς είναι οι ειδικότητες που παρουσιάζουν την μεγαλύτερη δυναμική όσον αφορά στην δημιουργία καινούργιων θέσεων εργασίας στις τελευταίες δεκαετίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες για παράδειγμα η κατάσταση έχει ως εξής:

Πίνακας 2

Προβλέψεις απασχόλησης ανά επάγγελμα στις Ηνωμένες Πολιτείες: 1990-2005
Επάγγελμα
Απασχόληση (σε χιλιάδες)
Μεταβολή %
1990
2005
Βοηθοί περίθαλψης κατ’ οίκον
287
550
91,7
Αναλυτές συσημάτων/επιστήμονες ηλ. υπολογιστών
463
829
78,9
Προγραμματιστές ηλεκτρονικών υπολογιστών
565
882
56,1
Εργαζόμενοι σε παιδικούς σταθμούς
725
1.078
48,8
Υπάλληλοι υποδοχής και σημείων πληροφόρησης
900
1.322
46,9
Διπλωματούχες νοσοκόμοι
1.727
2.494
44,4
Βοηθοί νοσοκόμοι και συνοδοί
1.274
1.826
43,4
Εγκεκριμένοι πρακτικοί νοσοκόμοι
644
913
41,9
Μάγειροι εστιατορίων
615
872
41,8
Κηπουροί και φύλακες
874
1.222
39,8
Δικηγόροι
587
793
35,1
Πηγή: US Bureau of Labor Statistics (1992)

Προτού σχολιάσουμε τον παραπάνω πίνακα θα παραθέσουμε και κάποια στοιχεία από τις τάσεις αναφορικά με την απασχόληση που επικρατούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ 1995 και 2000 στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας δημιουργήθηκαν 1,5 εκατομμύριο καινούργιες θέσεις εργασίας ενώ στους τομείς υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου 5,5 εκατομμύρια. Τα μη χειρονακτικά επαγγέλματα υψηλού επιπέδου δεξιοτήτων – ελεύθεροι επαγγελματίες, τεχνικοί, νομοθέτες, υψηλόβαθμα στελέχη – καλύπτουν το 60% των καινούργιων θέσεων που δημιουργήθηκαν, το 30% καλύπτεται από τις μεσαίου/χαμηλού επιπέδου δεξιότητες και το υπόλοιπο 10% ήταν χειρονακτικές ανειδίκευτες θέσεις[13]. Η συνεισφορά των επιμέρους τομέων στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης έχει ως εξής: 




Πίνακας 3, πηγή: European Employment 2001.

Αξίζει ωστόσο να σημειώσουμε εδώ ότι από τα 10 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας πάνω από 40% δημιουργήθηκαν στον τομέα της υγείας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής εργασίας, πάνω από 25% στις γενικές υπηρεσίες προς επιχειρήσεις και γύρω στο 10% στον τομέα των υπολογιστών και των συναφών υπηρεσιών. Με άλλα λόγια οι υπηρεσίες αποτελούν τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο τομέα στην ΕΕ.

Πίνακας 4
Απασχόληση κατά τομέα και συνολική ανεργία στην ΕΕ: 1995 και 2000

1995
2000
Απασχόληση στις υπηρεσίες
66,3
68,8
Απασχόληση στην βιομηχανία
28,6
26,9
Απασχόληση στην γεωργία
5,2
4,4
Ποσοστό ανεργίας
10,7
8,2



«Η οικονομία που βασίζεται στη γνώση», επισημαίνει η έκθεση Employment in Europe 2001, «καθιστά αναγκαία την αλλαγή των δεξιοτήτων των εργαζομένων έτσι ώστε αυτοί να έχουν την δυνατότητα να προσαρμόζονται στις αλλαγές στη ζήτηση στην αγορά εργασίας που σχετίζονται με τους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς. Πρέπει να αυξηθεί το επίπεδο των δεξιοτήτων, των βασικών δεξιοτήτων συμπεριλαμβανομένων,... αυτό ισχύει τόσο για τις τεχνικές γνώσεις και τις γνώσεις στον τομέα της πληροφορικής και των επικοινωνιών, καθώς και για τις κοινωνικές δεξιότητες, την βελτίωση των ικανοτήτων στην λύση προβλημάτων, την επικοινωνία και την συνεργασία. Για να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες, οι επιχειρήσεις χρειάζονται ένα εργατικό δυναμικό με υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο»[14]. Άλλωστε όπως επισημαίνει η ίδια έκθεση οι περισσότερες κενές θέσεις εργασίας παρουσιάζονται στον τομέα των τεχνικών, σε επαγγέλματα που σχετίζονται με υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, τον τομέα της υγείας και τις τεχνολογίες της πληροφορικής και της επικοινωνίας[15]. Προτού ωστόσο σχολιάσουμε τα προαναφερθέντα ας δούμε τι είναι η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.


Ένας γενικός ορισμός της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης αναφέρεται στις οργανωμένες δραστηριότητες – είτε αυτές οδηγούν στην κατάκτηση ενός τίτλου είτε όχι – οι οποίες ως στόχο τους έχουν να προσφέρουν στα άτομα γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που είναι αναγκαίες και επαρκούν με σκοπό αυτοί να φέρουν εις πέρας μια εργασία ή να προσαρμόσουν τις δεξιότητές τους σε μεταβαλλόμενες απαιτήσεις[16]. Από αυτή την άποψη, στην κατάρτιση και κυρίως στην συνεχιζόμενη κατάρτιση ή δια βίου μάθηση, σημασία δεν έχει η ηλικία, οι προηγούμενοι τίτλοι ή άλλα χαρακτηριστικά των εκπαιδευομένων. Οι διαφορές της αρχικής με την συνεχιζόμενη κατάρτιση είναι μικρές και μάλιστα, τελευταία τείνουν να εξαλειφθούν και «γίνεται όλο και δυσκολότερο να καθορίσεις που τελειώνει η πρώτη και ξεκινά η δεύτερη»[17]. Ωστόσο, η αρχική επαγγελματική κατάρτιση αναφέρεται στον πρώτο κύκλο κατάρτισης για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, και διαιρείται συχνά σε δύο μέρη: την βασική κατάρτιση και την ειδίκευση. Από την άλλη, η συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση αναφέρεται στην «εκπαίδευση που αποβλέπει στην συντήρηση, ανανέωση, αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων», δηλαδή σ’ αυτό που σήμερα τείνει να προσλάβει την ονομασία «δια βίου μάθηση»[18].


Η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΕΕΚ) έχει μια πολύ παλιά ιστορία. Οι ανάγκες για ΕΕΚ προηγούνται της έλευσης του φορντισμού αφού τα πρώτα σχολεία εμφανίζονται στις ΗΠΑ και αφορούσαν δεξιότητες των τότε τεχνολογιών «της πληροφορικής και επικοινωνίας» δηλαδή στενογραφία, λογιστική και γραφομηχανή[19]! Η οργάνωση της εργασίας με βάση τον τεϋλορισμό δεν χρειαζόταν μια εργατική δύναμη με υψηλές δεξιότητες, αλλά εργάτες καταρτισμένους σε μια συγκεκριμένη λειτουργία[20]. Όχι τυχαία λοιπόν, στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, οι κυβερνήσεις θεωρούσαν δεδομένο ότι την ευθύνη για τις δαπάνες για ΕΕΚ του προσωπικού είχαν οι ίδιες οι επιχειρήσεις[21]. Και όπως είδαμε και παραπάνω για τις ανώτερες βαθμίδες στην ιεραρχία των επιχειρήσεων οι ανάγκες καλύπτονταν από το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα[22]. Το σημαντικότερο ίσως απ’ όλα για το θέμα της σύνδεσης της ΕΕΚ με την απασχόληση είναι ότι η τελευταία δεν σχετίζονταν άμεσα αφού σε τελική ανάλυση «το επίπεδο απασχόλησης προσδιορίζεται από την αναμενόμενη ζήτηση για το προϊόν... [και συνεπώς] η ανεργία μπορεί να μειωθεί σύμφωνα με την κεϋνσιανή θεωρία μέσα από την πολιτική τόνωσης της ενεργούς ζήτησης η οποία με τη σειρά της θα επηρεάσει θετικά την παραγωγή προϊόντος και απασχόλησης του εργατικού δυναμικού»[23]. Η πολιτική της κατάρτισης και επανακατάρτισης εκείνη την περίοδο στόχευε απλώς στην αντιμετώπιση ορισμένων δυσλειτουργιών που παρέμεναν στην αγορά εργασίας μετά τις μακροοικονομικές παρεμβάσεις[24]. Συνεπώς, η ΕΕΚ δεν αντιμετωπιζόταν ως το κύριο μέτρο για την απασχόληση των ανέργων.
Η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει από τα τέλη της δεκαετίας του 1970[25]. Η ΕΕΚ όχι μόνο αρχίζει να αποκτά μια ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα αλλά ούτε λίγο ούτε πολύ αναδεικνύεται ως το βασικό μέσο μέσω του οποίου: θα βοηθηθούν οι νέοι, και οι γηραιότεροι άνεργοι να βρουν εργασία,  θα μειωθεί το βάρος του κόστους της ανώτατης εκπαίδευσης, θα μειωθούν οι εισοδηματικές ανισότητες, θα αυξηθούν οι αποδοχές των εργαζομένων[26], θα βοηθήσει τους κοινωνικά αποκλεισμένους[27]. Επίσης θα συμβάλει στην οικονομική μεγέθυνση, θα εξασφαλίσει ότι αυτή η οικονομική μεγέθυνση θα γίνει με ένα εξισωτικό τρόπο, θα αυξήσει την παραγωγικότητα, τα επίπεδα της απασχόλησης και το μέσο επίπεδο των μισθών[28].


Είναι σαφές και μόνον από την αναφορά των επιδράσεων της ΕΕΚ στην οικονομία και την απασχόληση ότι αυτά που ζητούνται απ’ αυτήν είναι τουλάχιστον υπερβολικά! «...Οι επιδόσεις είναι απογοητευτικές. Υπερβολικές προσδοκίες και η πέραν του δέοντος εμπλοκή των κυβερνήσεων είναι πιθανόν και τα δύο υπεύθυνα για τις απογοητεύσεις που κατατρέχουν την ΕΕΚ σε πολλές χώρες»[29].
Σε γενικές γραμμές, η ΕΕΚ έρχεται να απαντήσει σε δύο ανάγκες: αφενός στις ανάγκες της παραγωγής, οι οποίες λόγω της ταχύτατης μεταβολής των αναφορικά με τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται σ’ αυτή αλλά και τις ταχύτατες αλλαγές στα προϊόντα της καταναλωτικής ζήτησης απαιτούν μια συνεχή επανακατάρτιση των εργαζομένων και αφετέρου στην αντίληψη ότι μέσω της κατάρτισης θα μειωθεί η ανεργία. Ας δούμε τα δύο αυτά επιχειρήματα.


Όπως περιγράψαμε παραπάνω, πράγματι το νέο παραγωγικό υπόδειγμα έχει την ανάγκη μιας συνεχούς κατάρτισης των εργαζομένων. «Η αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας καθιστά αναγκαία τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση-κατάρτιση των ανέργων και των εργαζομένων, με κύριο στόχο να μπορούν να ανταποκρίνονται στις αλλαγές που προκύπτουν από τη χρήση των νέων τεχνολογιών και να μην καταστούν τεχνολογικά “αμόρφωτοι”»[30]. Η ΕΕΚ προκύπτει ως ανάγκη λόγω της ανάγκης για ευελιξία που χαρακτηρίζει το νέο μοντέλο παραγωγής: ευελιξία στην ταχύτατη προσαρμογή στη ζήτηση, αλλά και ευελιξία μέσα στην ίδια την επιχείρηση, λόγω του πολυδύναμου ρόλου των εργαζομένων. Επίσης, ο καθοριστικός πλέον ρόλος του τομέα έρευνας και ανάπτυξης για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ο σημαντικός ρόλος του τομέα παραγωγής αγαθών και προϊόντων πληροφορικής και επικοινωνίας επιτείνουν την ανάγκη γι’ αύξηση του συνολικού εκπαιδευτικού επιπέδου.
Εάν, δικαιολογείται λοιπόν ο τονισμός του ρόλου της ΕΕΚ λόγω του νέου παραγωγικού υποδείγματος θεωρούμε ότι αυτός ο ρόλος είναι υπερτονισμένος. Κατ’ αρχάς όπως δείχνουν όλα τα στοιχεία, παράλληλα με την γενική τάση για αυξημένες ανάγκες στα επίπεδα των δεξιοτήτων, και άρα αύξησης του εκπαιδευτικού επιπέδου των εργαζομένων, υπάρχουν και μια μικρότερη μεν αλλά υπαρκτή δε ζήτηση για εργασίες χαμηλών δεξιοτήτων (όπως δείχνουν τα στοιχεία από ΗΠΑ και ΕΕ που προαναφέραμε). Οι υπάλληλοι στα εμπορικά καταστήματα, οι κηπουροί, αλλά ακόμα και οι νοσοκόμοι, ακόμα και οι εργαζόμενοι των υπεργολαβικών επιχειρήσεων του Β΄ και του Γ΄ βαθμού λίγες ανάγκες φαίνεται να δημιουργούν για ΕΕΚ[31] ή τουλάχιστον καλύπτονται από τις προϋπάρχουσες δομές. Επιπλέον, ένα μεγάλο τμήμα των αναγκών φαίνεται να καλύπτεται από  το «τυπικό» εκπαιδευτικό σύστημα. Στις ΗΠΑ, π.χ. μια νέα δυναμική ειδικότητα που αναπτύσσεται και στοχεύει στην παραγωγή ατόμων που θα συνδυάζουν τις ακαδημαϊκές γνώσεις, την εφαρμοσμένη εκπαίδευση στη μηχανική και τις ικανότητες στις διαπροσωπικές σχέσεις, οι τεχνολόγοι μεθόδων παραγωγής όπως αποκαλούνται, παράγονται βέβαια μέσα από τους διαύλους της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης[32]
Μάλιστα, αναφορικά με την αρχική εκπαίδευση οι νέες ανάγκες τείνουν να την θέτουν στο περιθώριο αφού ολοένα και περισσότερο ο ρόλος της βασικής εκπαίδευσης «είναι η παροχή γενικών δεξιοτήτων που είναι αναγκαίες έτσι ώστε το άτομο να καθίσταται ικανό να αποκτά εξειδικευμένες γνώσεις και τεχνικές που χρειάζονται για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα»[33]. Αυτή η εξέλιξη φαίνεται να δικαιώνει λοιπόν την θέση του Δεδουσόπουλου που έγραφε ότι «ο εργαζόμενος του μέλλοντος χρειάζεται γενικές και εμπλουτισμένες σε σύγκριση με τις παρεχόμενες σήμερα γνώσεις»[34].

Πίνακας 5
Γενικές δεξιότητες για το νέο παραγωγικό υπόδειγμα: δεξιότητες που υποστηρίζουν τη δια βίου μάθηση
Βασικές γνώσεις γραφής και ανάγνωσης (βασικές δεξιότητες), επικοινωνιακές δεξιότητες, δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, δεξιότητες εργασίας σε ομάδα, δεξιότητες λήψης αποφάσεων, δημιουργική σκέψη, δεξιότητες στη χρήση υπολογιστών, και δεξιότητες δια βίου μάθησης
Πηγή: CEDEFOP, Training and learning for competence.

Τότε λοιπόν ποιοί είναι οι λόγοι για τον υπερτονισμό του ρόλου της ΕΕΚ; Θα μπορούσαμε να τους διακρίνουμε σε πραγματολογικούς και σε ιδεολογικούς. Οι πραγματολογικοί έχουν να κάνουν με το γεγονός ότι οι εργοδότες τείνουν να υπερτονίζουν τις ανάγκες τους σε ειδικευμένη εργασία:
α) για να εξασφαλίσουν επαρκές εργατικό δυναμικό εκπαιδευμένο στις δεξιότητες του κλάδου τους
β) για να εξασφαλίσουν έτσι την εργασιακή πειθαρχία
γ) για να μειώσουν το κόστος κατάρτισης και να το μεταφέρουν προς την φορολογία
Οι εργοδότες έτσι αντί να επενδύουν χρήματα σε προγράμματα κατάρτισης, χρησιμοποιούν τα ιδιωτικά και τα δημόσια κέντρα ΕΕΚ για να αποκτούν εκπαιδευμένους εργαζόμενους μεταφέροντας έτσι το επενδυτικό ρίσκο της κατάρτισης στα ίδια τα άτομα[35] ή το σύνολο των φορολογουμένων[36]. Ένα ενδιαφέρον φαινόμενο είναι ότι η ίδια η αύξηση του επιπέδου των δεξιοτήτων και άρα η αύξηση του κόστους παροχής τους, αλλά και η λόγω της αποειδίκευσης εύκολη χρήση τους από πολλαπλές επιχειρήσεις αυτών των δεξιοτήτων αποτελούν αντικίνητρα για τους εργοδότες στο να δαπανήσουν για κατάρτιση του προσωπικού τους. Προτιμούν να «ψαρέψουν» εργαζόμενους από άλλες επιχειρήσεις ή να περιοριστούν στην εκπαίδευση σε δεξιότητες που αφορούν αποκλειστικά την δική τους επιχείρηση. Με άλλα λόγια η ευελιξία στην αγορά εργασίας αποτρέπει την σωστή κατάρτιση των εργαζομένων[37]!
Οι ιδεολογικοί συνδέονται λοιπόν με το γεγονός ότι έρχονται να δικαιολογήσουν την μεταφορά του κόστους από τους εργοδότες στο σύνολο της κοινωνίας. Μέσα στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης λογικής όπου τα πάντα θα πρέπει να εντάσσονται στις επιταγές της αγοράς και, άρα, να διευκολύνουν την λειτουργία των επιχειρήσεων, έρχεται και η απόσειση του κόστους της κατάρτισης ως υποχρέωση των επιχειρήσεων. Ωστόσο υπάρχουν άλλες δύο διαστάσεις που υποκρύπτονται από τον υπερτονισμένο ρόλο της κατάρτισης: Πρώτον, δικαιολογούν τις τρομακτικές διαφορές στους μισθούς, που προωθήθηκαν κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την λογική ότι αυτοί που έχουν καλύτερες δεξιότητες αξίζουν και καλύτερες αποδοχές[38]. Δεύτερον συγκαλύπτουν το γεγονός της υπερεντατικοποίησης της εργασίας, η οποία καλύπτεται έτσι από τον ωραιοποιημένο μανδύα της έννοιας της κατάρτισης. Έτσι, «επιπρόσθετες υπευθυνότητες χωρίς χαλάρωση των χρονικών προτύπων [για την παραγωγή των προϊόντων] οδηγεί σε μια γενική διαδικασία εντατικοποίησης», ενώ η «προσθέτων δεξιοτήτων εργασία υπόκειται σε υψηλά επίπεδα διοικητικού ελέγχου και αυτό έχει επιπτώσεις σε άλλα σημαντικά ζητήματα, όπως τα εργασιακά βάρη»[39].


Ωστόσο εκεί που παρουσιάζεται η μεγαλύτερη ιδεολογική επιρροή της νεοφιλελεύθερης θεωρίας αναφορικά με την ΕΕΚ είναι στο ζήτημα της σχέσης της με την απασχόληση. Σύμφωνα με την νεοκλασική θεωρία η ανεργία είναι εκούσια[40]. Η ανεργία οφείλεται είτε σε άρνηση του εργαζόμενου να αναλάβει μια θέση εργασίας λόγω χαμηλών αποδοχών είτε στην ύπαρξη ατελειών στην αγορά εργασίας και την μη ύπαρξη των κατάλληλων δεξιοτήτων που ζητούνται[41]. Το ουσιαστικό εδώ είναι ότι εγκαταλείπεται σε μακροοικονομικό επίπεδο ο στόχος της πλήρους απασχόλησης των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών μέσω των πολιτικών της αύξησης της ζήτησης και μετατίθενται οι πολιτικές καταπολέμησης της ανεργίας στο μικροοικονομικό επίπεδο, σε παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας. Η επικέντρωση τα τελευταία χρόνια στις πολιτικές επαγγελματικής κατάρτισης υποκρύπτουν την μετατόπιση του βάρους της ευθύνης για την ανεργία στους ίδιους τους εργαζόμενους[42].
Χαρακτηριστικό του ιδεολογικού χαρακτήρα του ισχυρισμού ότι η ΕΕΚ επιδρά θετικά στην απασχόληση είναι η ...απουσία μελετών αναφορικά με την θετικότητα αυτή της σχέσης. Ιδιαιτέρως για την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ενδεικτικό ότι παρ’ όλο που η ΕΕΚ αποτελεί μια πολιτική που έχει αρχίσει να υλοποιείται από το 1970, απουσιάζουν μελέτες για το ποια είναι η επίδρασή της στην απασχόληση[43]. Αντιθέτως στη βιβλιογραφία υπάρχουν πολλές αναφορές για αμυδρή έως ελάχιστη επίδραση της ΕΕΚ στην απασχόληση[44]. Χαρακτηριστικό μάλιστα της αδυναμίας να στηριχτεί αυτή η θέση είναι το γεγονός ότι ακόμα και οργανισμοί που προωθούσαν νεοφιλελεύθερες λογικές και συνεπώς και την ΕΕΚ ως το φάρμακο για την καταπολέμηση της ανεργίας, τώρα τελευταία αλλάζουν τη στάση τους. Ο ΟΟΣΑ, για παράδειγμα, παραδέχεται σε μια τελευταία μελέτη του, ότι ο καλύτερος τρόπος για την δημιουργία θέσεων εργασίας και την καταπολέμηση της ανεργίας είναι μια καλά αναπτυσσόμενη οικονομία[45]. Επίσης τόσο το Διεθνές Γραφείο Εργασίας όσο και ΕΕ φαίνεται να συγκλίνουν με αυτή την άποψη[46]. Χαρακτηριστικό είναι ίσως το γεγονός ότι γίνεται αποδεκτό απ’ όλους ότι ακόμα και για τους μακροχρόνια άνεργους, η ΕΕΚ έχει μικρό ρόλο να παίξει αφού οι εργοδότες δεν προσλαμβάνουν τους μακροχρόνια άνεργους όχι λόγω πεπαλαίωσης των δεξιοτήτων τους, αλλά επειδή οι εργοδότες είναι απρόθυμοι να τους προσλάβουν[47]! Ο λόγος είναι απλός: οι εργοδότες όταν έχουν πλεόνασμα εργατών, απολύουν αυτούς που θεωρούν ότι τους προσφέρουν λιγότερο από τους άλλους, τους λιγότερο ικανούς. Όταν έρθει λοιπόν η ώρα να επαναπροσλάβουν προσωπικό λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας κατά νου αυτό το γεγονός.
Το ότι η ΕΕΚ ελάχιστη επίδραση έχει στην ανεργία οφείλεται φυσικά στο γεγονός ότι η ανεργία προκύπτει από τους τεχνολογικούς και οργανωτικούς μετασχηματισμούς της παραγωγικής διαδικασίας. «Η καθολική χρήση των υπολογιστών έχει αυξήσει εκθετικά τις «πολλαπλασιασμένες παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας. Σε ένα τέτοιο καθεστώς παραγωγής, το κύριο αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής – η εκτόπιση της εργασίας δεν μετριάζεται από την οικονομική μεγέθυνση... η μεγέθυνση εμποδίζεται... από την χρόνια υπερπαραγωγή και υποκατάλωση...»[48]. Έτσι, είναι η έλλειψη στη ζήτηση που περιορίζει την απασχόληση[49].


Τα προβληματικά χαρακτηριστικά της ΕΕΚ που προαναφέρθηκαν γίνονται ακόμα πιο έντονα στην περίπτωση της Ελλάδας, η οποία συν τοις άλλοις, διαθέτει και μια ιδιαιτερότητα στην παραγωγική της δομή. Η ανάπτυξη της ΕΕΚ στην Ελλάδα ξεκινά στις δεκαετίες του 1950 και 1960 με βοήθεια από διεθνείς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ και η ΕΟΚ. Στόχος ήταν η κάλυψη των αναγκών σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό της ταχέως αναπτυσσόμενης τότε βιομηχανίας[50]. Αργότερα το 1970 έχουμε την ίδρυση των ΚΑΤΕΕ και το 1992 θεσμοθετείται η ίδρυση των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης, τα οποία αναπτύσσονται ραγδαία και στην πλειοψηφία τους είναι ιδιωτικά[51]. Με τον ίδιο νόμο ιδρύεται και ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης που ως κύριους στόχους έχει την παροχή μεταδευτεροβάθμιας τυπικής κατάρτισης, την οργάνωση των ΙΕΚ και την αναγνώριση των τίτλων επαγγελματικής κατάρτισης[52]. Τέλος το 1994 δημιουργούνται τα Κέντρα Άτυπης Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) που ως στόχο τους έχουν την δραστηριοποίηση στην δια βίου μάθηση[53].
Αποτελεί κοινή διατύπωση ότι η ραγδαία ανάπτυξη του τομέα της ΕΕΚ τα τελευταία χρόνια αποτελεί αντίδραση στην αύξηση των κονδυλίων που διοχετεύονται σ’ αυτήν από την Ευρωπαϊκή Ένωση παρά σε μια μελετημένη, συντονισμένη, και με αντιστοιχία στις εγχώριες ανάγκες στρατηγική επιμόρφωσης του εργατικού δυναμικού της χώρας[54]. Το γεγονός αυτό γίνεται αποδεκτό και από το κράτος αφού στο ΕΣΔΑ 2001 δηλώνεται ότι «για πρώτη φορά εκπονείται πανελλαδική μελέτη ώστε να καταγραφούν οι ανάγκες σε δεξιότητες», ενώ στόχος, μετά από τόσα χρόνια εφαρμογής των θεσμών της κατάρτισης είναι «η βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης και η καλύτερη αντιστοίχηση των δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας»[55].
Τρεις είναι οι βασικοί λόγοι για την προβληματική υλοποίηση των προγραμμάτων ΕΕΚ στη χώρα μας:
  1. Η απουσία μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης και η παραμονή σε μια διακηρυκτική διάσταση της οικονομικής πολιτικής (πχ. επιδίωξη της κοινωνίας της γνώσης) που τις περισσότερες φορές είναι αντιγραφή των ευρωπαϊκών διακηρύξεων[56] και δεν υλοποιείται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις..
  2. Η άκριτη μεταφορά των ευρωπαϊκών οδηγιών χωρίς μια εμπεριστατωμένη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων της χώρα μας. Είναι γνωστό ότι η δομή της απασχόλησης στην Ελλάδα είναι πολύ διαφορετική από τα ευρωπαϊκά δεδομένα. 

Πίνακας 6
Η απασχόληση κατά τομέα στην Ελλάδα το 1991,2000 και η ανεργία

1991
2000
Απασχόληση
στη γεωργία
21,4
18,7
Απασχόληση στη βιομηχανία
26,8
23,3
Απασχόληση στις υπηρεσίες
51,8
58,0
Ποσοστό ανεργίας
7%
11,1%
Πηγή: Employment in Europe 2001.

Βλέπουμε δηλαδή ότι τόσο ο πρωτογενής όσο και ο δευτερογενής τομέας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην απασχόληση και στην ελληνική οικονομία. Πέραν τούτου, σημαντικό είναι το γεγονός ότι η βιομηχανική ανάπτυξη στην Ελλάδα ήταν καχεκτική και άρα παρουσιάζονται μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης σε αυτόν τον τομέα. Ένας τομέας υπηρεσιών που δεν βασίζεται σ’ ένα δυναμικό δευτερογενή τομέα είναι χαρακτηριστικό μιας καχεκτικής οικονομίας και συνεπώς δεν μπορεί να προσφέρει διέξοδο στην κρίση της απασχόλησης[57]. Έτσι, η γενική εικόνα που αναδύεται για την αγορά εργασίας στην Ελλάδα είναι ότι υπάρχει μια έντονη ζήτηση για επαγγέλματα στις υπηρεσίες όπως υπάλληλοι γραφείου, υπάλληλοι εξυπηρέτησης πελατών, ειδικευμένη επί των πωλήσεων, ειδικευμένοι σε προσωπικές υπηρεσίες, στον χρηματοοικονομικό τομέα αλλά και συντηρητές μηχανών ηλεκτρικού, εφαρμοστές κ.λπ[58]. Μια άλλη έρευνα του ΣΕΒ καταδεικνύει ότι στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων για νέες προσλήψεις κυριαρχούν πέντε ειδικότητες εκ των οποίων μόνον η μία ανταποκρίνεται στην νέα «κοινωνία της γνώσης»[59]. Ακόμα και μια έρευνα που έγινε με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εργασίας κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα[60]:

Πίνακας 6
Δέκα πρώτες σε ζήτηση ομάδες επαγγελμάτων
Ομάδες επαγγελμάτων
Ομάδες επαγγελμάτων
  1. Πωλητές παντός τύπου
  2. Ανειδίκευτοι εργάτες βιομηχανίας
  3. Εργαζόμενοι σε λογιστήριο
  4. Οδηγοί φορτηγών και λεωφορείων
  5. Οικονομολόγοι (κυρίως γνώστες χρηματοοικονομικής ανάλυσης και χρηματιστηριακής αγοράς)

  1. Πολιτικοί μηχανικοί και τεχνολόγοι δομικών έργων
  2. Χειριστές μηχανών διαφόρων
  3. Αναλυτές/προγραμματιστές
  4. Αποθηκάριοι
  5. Τουριστικές υπηρεσίες (σερβιτόροι, μάγειροι, μηχανικοί αυτοκινήτων, ξενοδοχοϋπαλλήλους)

3.      Τα προβλήματα που προκύπτουν από την ασυντόνιστη λειτουργία του όλου συστήματος. Οι επιτροπές που συστήνονται και δεν λειτουργούν, η απουσία μελετών τόσο σε ανάγκες όσο και αξιολόγησης των υφιστάμενων προγραμμάτων, η πολυδιάσπαση των φορέων που παρέχουν αρχική και συνεχιζόμενη κατάρτιση, η απουσία συντονισμού μεταξύ αρχικής και συνεχιζόμενης κατάρτισης, η κακή ποιότητα των προσφερόμενων προγραμμάτων, η ανυπαρξία κατάλληλων εκπαιδευτών είναι το φυσικό επακόλουθο μιας ανάπτυξης χωρίς συγκεκριμένους στόχους και πρόγραμμα. Όχι τυχαία λοιπόν τα αποτελέσματα αναφορικά με την απασχόληση των αποφοίτων όλων αυτών των προγραμμάτων είναι πενιχρά. Από μια μελέτη του ΟΑΕΔ προκύπτει ότι μόλις το 26% των αποφοίτων στη μαθητεία βρίσκει δουλειά μέσα σε 12 μήνες στην ειδικότητά του και το ποσοστό αυτό γίνεται 23% για τους αποφοίτους των ΙΕΚ του ΟΕΕΚ[61].


  1. Ο ρόλος της επαγγελματικής εκπαίδευσης και της κατάρτισης εντείνεται τα τελευταία χρόνια λόγω των τεχνολογικών αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία, του επανασχεδιασμού των επιχειρήσεων αλλά και του ανταγωνισμού ο οποίος σπρώχνει στις επιχειρήσεις στο σχεδιασμό ολοένα και πιο καινούργιων προϊόντων. Ωστόσο, όπως γίνεται αποδεκτό από όλους πλέον, η ΕΕΚ από μόνη της δεν δύναται να αυξήσει την απασχόληση. Για να γίνει αυτό χρειάζεται μια άλλου τύπου μακροοικονομική πολιτική, μια πολιτική τόνωσης της ζήτησης.
  2. Ο υπερτονισμός του ρόλου της ΕΕΚ βασίζεται κυρίως στην κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων δογμάτων με τα οποία γίνεται προσπάθεια να επιρριφθεί η ευθύνη της ανεργίας στους εργαζόμενους, να καλυφθεί το φαινόμενο της εντατικοποίησης της εργασίας από τον εύσχημο τίτλο της «δια βίου μάθησης» και να ανοίξει η ψαλίδα των μισθών λόγω της «διαφοράς στα επίπεδα δεξιοτήτων». Επίσης, μέσω του υπερτονισμού του ρόλου τους, οι εργοδότες επιρρίπτουν το βάρος του ρίσκου της κατάρτισης είτε στο κοινωνικό σύνολο είτε στο ίδιο το άτομο, μειώνοντας έτσι τα λειτουργικά κόστη της επιχείρησης τους.
  3. Αν και υπάρχει διαφωνία για τον ρόλο της ΕΕΚ ως προς της απασχόληση, τόσο η Παγκόσμια Τράπεζα όσο και το Διεθνές Γραφείο Εργασία, η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και η ΓΣΕΕ πιστεύουν ότι αυτή είναι πιο αποτελεσματική αναφορικά με την απασχόληση όταν απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες-στόχους.
  4. Η ΕΕΚ στην ελληνική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από ασυντόνιστη ανάπτυξη η οποία βασίστηκε σε εξωτερικές χρηματοδοτήσεις και σχεδιασμό. Έτσι, αναπτύχθηκε χωρίς κάποιον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό, εξελίχθηκε χωρίς μελέτη των συγκεκριμένων εγχωρίων αναγκών και χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψη της την ιδιαίτερη δομή της ελληνικής οικονομίας. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν ότι οι όποιες μελέτες αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της υπάρχουν καταδεικνύουν την μάλλον φτωχή αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων της και τον περιορισμό σε ρόλο επιδοματικό των συμμετεχόντων σ’ αυτή..









[1] Οι Λυμπεράκη-Μουρίκη διακρίνουν τουλάχιστον δέκα μορφές κρίσης. Αναλυτικότερα διακρίνουν κρίση 1) της μαζικής εκβιομηχάνισης, 2) της μαζικής κατανάλωσης, 3) των τεράστιων βιομηχανικών συγκροτημάτων, 4) της χειρωνακτικής εργασίας, 5) της πλήρους απασχόλησης, 6) των συγκεντρωτικών διοικητικών ιεραρχιών, 7) των μαζικών αγορών φθηνών τυποποιημένων προϊόντων, 8) του κράτους πρόνοιας, 9) των μαζικών πολιτικών κομμάτων και, τέλος, 10) του εθνικού κράτους ως μονάδας οργάνωσης. Βλ. Αντιγόνη Λυμπεράκη και Αλίκη Μουρίκη, Η αθόρυβη επανάσταση. Νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας, Gutenberg, Αθήνα, 1996, σελ. 26.
[2] Όπως αναφέρει ο Ανδρέας Λύτρας στο Κοινωνία και εργασία, ο ρόλος των κοινωνικών τάξεων, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2000, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του φορντισμού ήταν η «εκτεταμένη χρήση μηχανών με τη μορφή αλυσίδας ή σειράς παραγωγής... [όπου χρησιμοποιούνταν] πολύ μεγάλες ομάδες ανειδίκευτων ή ημιειδικευμένων εργαζομένων» (σελ. 60). Παράλληλα όμως «για να υπάρξει το άριστο αποτέλεσμα [στην παραγωγή]... χρειαζόταν κι έναν μεγάλο αριθμό διοικητικών στελεχών με υψηλή ειδίκευση και απολύτως προσδιορισμένο σύμφωνα με τις προδιαγραφές ρόλο, καθήκον και είδος αρμοδιότητας» (σελ. 62). Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία (καινοτομικά και αυτοματοποιημένα συστήματα), ο τογιοτισμός και ο επανασχεδιασμός της επιχείρησης καθιστά περιττούς ένα μεγάλο πλήθος εργαζομένων τόσο στη βάση όσο και στα ανώτερα στρώματα της παραγωγικής διαδικασίας. Βλ. Λύτρας, Κοινωνία και εργασία, όπ. παρ., σελ.  66-78.
[3] Βλέπε, John Ahier και Geoff Esland (edit.), Education Training and the Future of Work I: Social, Political and Economic Contexts of Policy Developments, Routledge, 1999, σελ. 14.
[4] Για την επανάσταση που επιφέρουν στην παραγωγή οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών βλέπε μεταξύ των άλλων Chris Freeman και Luc Soete, Εργασία για όλους ή μαζική ανεργία;, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2000.
[5] Βλέπε  Stephen Wood (edit.), The Transformation of Work?, Routledge, 1989.
[6] Βλέπε Andre Gorz, Η αθλιότητα του σήμερα και η προοπτική για το αύριο, Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1999 και Jeremy Rifkin, Το τέλος της εργασίας και το μέλλον της, Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1996.
[7] Βλέπε Rifkin, Το τέλος της εργασίας, όπ.παρ. σελ. 192.
[8] Για την αρχή της λιτής παραγωγής βλέπε Rifkin, Το τέλος της εργασίας, σελ. 196. Επίσης Θεόδωρος Πελαγίδης, Η διεθνοποίηση της ελληνικής βιομηχανίας: ευελιξία και αναδιάρθρωση, Εξάντας, Αθήνα, 1997, σελ. 48-50. Για τον τογιοτισμό βλέπε Rifkin, Το τέλος της εργασίας, όπ.παρ., σελ. 202-206 και Gorz, Η αθλιότητα του σήμερα, όπ.παρ., σελ. 72-78 και 86-92.
[9] Η παρακάτω σχηματική παρουσίαση καθώς και η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται κατά κύριο λόγο βασίζεται στα Λύτρας, Κοινωνία και εργασία, όπ.παρ. σελ. 59-81, Rifkin, όπ.παρ. σελ. 192-283 και Gorz, όπ.παρ., σελ. 108.
[10] Σύμφωνα με τον Γκορζ, οι υπεργολαβικές επιχειρήσεις διακρίνονται σε τρεις βαθμίδες. Στην πρώτη βαθμίδα βρίσκονται οι επιχειρήσεις που υπεργολαβικά αναλαμβάνουν να προμηθεύουν την «κύρια» επιχείρηση με ολοκληρωμένα υποσύνολα του προϊόντος. Οι υπεργολαβικές επιχειρήσεις δεύτερης βαθμίδας παρέχουν εξαρτήματα σε αυτές της πρώτης βαθμίδας και τέλος, οι επιχειρήσεις τρίτης βαθμίδας παρέχουν εξαρτήματα στις προηγούμενες. Βλέπε Gorz, Η αθλιότητα του σήμερα, όπ.παρ.
[11] Βλέπε Απόστολος Δεδουσόπουλος, «Εκπαίδευση, κατάρτιση, απασχόληση: η διφορούμενη σχέση», στο Π. Γετίμης-Δ. Γραβαρης (επιμέλεια), Κοινωνικό κράτος και κοινωνική πολιτική: η σύγχρονη προβληματική, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1993, σελ. 394.
[12] Βλέπε Freeman-Soete, Εργασία για όλους, όπ.παρ., σελ. 229-236.
[13] Βλέπε European Commission, Employment in Europe 2001: Recent Trends and Prospects, European Commission, Directorate-General for Employment and Social Affairs, Luxemburg, 2001, σελ. 7, 35.
[14] Βλέπε Employment in Europe 2001, όπ.παρ. σελ. 29.
[15] Όπ.παρ., σελ. 47-48.
[16] Βλέπε CEDEFOP, Training and learning for competence. Second report on vocational training research in Europe, Luxemburg, Office of Official Publications of the European Communities, 2001, σελ. 3.
[17] Βλέπε CEDEFOP, An age of learning, vocational training policy at European level, Θεσσαλονίκη, 2000, σελ. 52.
[18] Βλέπε Ξένη Μπαλωτή, Αρχική και συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση στην Ελλάδα, Εθνική έκθεση για το πρόγραμμα Leonardo da Vinci, Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας, 1996, σελ 22-23.
[19] Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η αντιστοιχία των προσφερόμενων μαθημάτων με το τεχνολογικό υπόδειγμα. Τότε γραφομηχανή, σήμερα υπολογιστής!. Βλέπε Matthias Kreysing, «Vocational education in the United States: reforms and results», European Journal of Vocational Training, no. 23, Μάιος-Αύγουστος 2001/ΙΙ, σελ. 27-35.
[20] Βλέπε Kreysing, όπ.παρ. σελ. 29.
[21] Βλέπε David Lee, «The transformation of training and the transformation of work in Britain», στο Stephen Wood (ed.), The transformation of work?, Routledge, 1989, σελ. 157.
[22] Βλέπε Δεδουσόπουλος, όπ.παρ.
[23] Βλέπε Μιχάλης Χλέτσος, «Οικονομική θεωρία και ανεργία», στο Ανεργία: μύθοι και πραγματικότητα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ.14.
[24] Βλέπε Μιχάλης Χλέτσος, «Η εκπαίδευση ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης: όρια και προϋποθέσεις εφαρμογής. Η περίπτωση της Ελλάδας», στο Λάουρα Μαράτου-Αλιπράντη και Ανδρομάχη Χατζηγιάννη (επιμέλεια), Ανεργία, Εργασία, Εκπαίδευση-Κατάρτιση στην Ελλάδα και στη Γαλλία, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, 1998, σελ.162.
[25] Βλέπε CEDEFOP, Training and learning, όπ. παρ., σελ. 10. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνη την περίοδο αναπτύσσεται και η αντίληψη της δια βίου μάθησης.
[26] Βλέπε International Labor Organization and World Bank, Skills and Change: A Synthesis of Findings of a Multi-Country Study of Vocational Education and Training Reforms, Οκτώβριος 1998, σελ. 1.
[27] Βλέπε CEDEFOP, An age of learning, όπ.παρ., σελ. 67.
[28] Όλα αυτά από έναν αριστερό: Βλέπε Martin Carnoy, «The great work dilemma: Education, employment, and wages in the new global economy», στο John Ahier και Geoff Esland (edit.), Education Training and the Future of Work I: Social, Political and Economic Contexts of Policy Developments, Routledge, 1999, σελ. 70-71.
[29] Βλέπε ILO and World Bank, Skills and Change, όπ.παρ.
[30] Βλέπε Χλέτσος, Η εκπαίδευση ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης, όπ.παρ. σελ. 160.
[31] Η αμήχανη θέση πολλών στην μειωμένη μεν αλλά υπάρχουσα συνεχιζόμενη ζήτηση για ανειδίκευτη εργασία φαίνεται και στην έκθεση Employment in Europe 2001, όπου σε μια έρευνα σε επιχειρήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο φαίνεται να υπάρχει μια ζήτηση για ανειδίκευτους και από τους ίδιους τους εργοδότες. Το φαινόμενο αυτό ωθεί και τον ίδιο τον Carnoy, που κατά τ’ άλλα είναι ένθερμος υποστηρικτής της ΕΕΚ να αναφωνήσει: «Κανείς δεν θέτει το ερώτημα γιατί υπάρχουν θέσεις εργασίας με χαμηλές δεξιότητες». Carnoy, όπ. παρ., σελ. 68. Στην έκθεση του CEDEFOP, Training and learning, όπ. παρ. Τονίζεται ότι υπάρχει μια πόλωση στην αγορά εργασίας και από τη μια υπάρχει ζήτηση για εργασίες έντασης γνώσεων και από την άλλη εργασίες με χαμηλή έντση γνώσεων. (σελ. 6).
[32] Βλέπε Ιωάννα Σκληρή-Εργελετζή και Ι. Γκαλιώτου, «Η εκπαίδευση στην τεχνολογία των μεθόδων παραγωγής», Οικονομικός Ταχυδρόμος, Φ2(2488), 12 Ιανουαρίου 2002, σελ. 62-63. Σήμερα υπάρχουν 600.000 τέτοιες θέσεις εργασίας ενώ προβλέπεται να αυξάνει η ζήτησή τους κατά 4%-6% τα επόμενα 10-15 έτη.
[33] Βλέπε CEDEFOP, An age of learning, όπ.παρ., σελ. 66.
[34] Βλέπε Δεδουσόπουλος, όπ. παρ., σελ. 412. Δηλαδή θα λέγαμε ότι έχουμε μια μείωση εκπαιδευτικών αναγκών του Γ) και του Β) τομέα που αναφέρει ο Δεδουσόπουλος αναφορικά με την περίοδο του τεϋλορισμού και την δημιουργία ενός γενικά εκπαιδευμένου σε καινούργιες βασικές δεξιότητες εργατικού δυναμικού.
[35] Η ιδέα τα άτομα να αναλαμβάνουν το κόστος της κατάρτισής τους προωθείται και από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλέπε CEDEFOP, An age of learning, όπου προωθείται αυτή  ιδέα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μοιράζοντας το κόστος και τα ωφελήματα από την επαγγελματική εκπαίδευση». Όπ. παρ., σελ. 63-66.
[36] Αυτό το επισημαίνει και ο Keysing στο Vocational education in the United States, όπ. παρ.
[37] Βλέπε Lee, όπ. παρ. σελ. 158.
[38] Βλέπε Carnoy, όπ. παρ.
[39] Βλέπε John Tomaney, «A New Paradigm of Work Organization and Technology?» στο Ash Amin (ed.), Post-Fordism: A Reader, Blackwell, 1994, σελ. 173, 181.
[40] Βλέπε Χλέτσος, Η εκπαίδευση ως ενεργητική πολιτική απασχόλησης, όπ. παρ., σελ. 153.
[41] Βλέπε Χλέτσος, Οικονομική θεωρία και ανεργία, όπ. παρ., σελ. 13-14
[42] Βλέπε ΙΝΕ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση, ετήσια έκθεση 2000, Αθήνα, 2000, σελ. 91.
[43] Από όσες εργασίες έχουμε υπ’ όψην μας, Εmployment in Europe 1990, Employment in Europe 1994, Employment in Europe 2000, Η Λευκή Βίβλος για την απασχόληση, την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, καθώς και οι μελέτες που έχουμε ήδη αναφέρει δεν υπάρχει ουδεμία μνεία για μια τέτοια μελέτη. Γεγονός που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει τουλάχιστον ως περίεργο εάν λάβουμε υπ’ όψη μας τα ποσά που δαπανούνται για ΕΕΚ από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
[44] Οι αναφορές σε μελέτες που δείχνουν ότι δεν υπάρχει κάποια έντονα θετική σχέση μεταξύ της ΕΕΚ καιτ ης απασχόλησης είναι πολλές. Αναφέρουμε ενδεικτικά: Ο Στυλιανός Καρακατσανίδης στο «Σύγχρονες τάσεις και προοπτικές στη σχέση εκπαίδευση, ανεργία και διαδικασία ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας» στο Ανεργία, Εργασία, όπ. παρ., αναφέρει ότι τόσο ο Economist όσο και ο ΟΟΣΑ (σε μια μελέτη του 1994) παραδέχονται ότι οι πολιτικές απασχόλησης απέτυχαν να βελτιώσουν τις προοπτικές απασχόλησης. Ο Lee, όπ.παρ, αναφερόμενος σε ένα πρόγραμμα της βρετανικής κυβέρνησης για τους νέους καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα. Το CEDEFOP στο An age of learning, καταλήγει απογοητευμένα στο συμπέρασμα ότι η κατάρτιση μπορεί κυρίως να υποβοηθήσει συγκεκριμένες ομάδες, όπ. παρ. σελ. 67. Ενώ και ο Carnoy, όπ.παρ. σελ. 70 αναφέρει ότι ακόμα και προγράμματα για άτομα με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων είχαν ελάχιστα θετικά αποτελέσματα.
[45] Βλέπε OECD, From Initial Training to Working Life: Making Transitions Work, OECD, 2000.
[46] Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας επισημαίνει την δυναμική οικονομία ως το πρωτεύων αίτιο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας τόσο στην μελέτη του ILO, Learning and training for work in the knowledge society, Geneva, 2002, όσο και στη μελέτη για την ανεργία των νέων . Η Ευρωπαϊκή Ένωση τονίζει αυτό το γεγονός ήδη από την Λευκή Βίβλο, όπου μάλιστα επισημαίνεται ότι ανάπτυξη δεν σημαίνει από μόνη της και δημιουργία καινούργιων θέσεων εργασίας.
[47] Βλέπε John Grieve Smith, «Jobs and People», στο John Ahier και Geoff Esland (edit.), Education Training and the Future of Work I: Social, Political and Economic Contexts of Policy Developments, Routledge, 1999, σελ. 102. Το επιχείρημα αυτό αναφέρεται και από τον Δεδουσόπουλο, όπ. παρ., αλλά και από το CEDEFOP στο Learning and training, όπ.παρ.
[48] Βλέπε Stanley Aronowitz και William DiFazio, «The new knowledge work», στο John Ahier και Geoff Esland (edit.), Education Training and the Future of Work I: Social, Political and Economic Contexts of Policy Developments, Routledge, 1999, σελ. 83.
[49] Βλέπε John Smith, όπ. παρ., σελ. 99.
[50] Βλέπε Οικονομική και κοινωνική επιτροπή της Ελλάδος, Επαγγελματική κατάρτιση, Γνώμη της ΟΚΕ, ΟΚΕ, Ιούνιος 1998, σελ. 5.
[51] Βλέπε Γιώργος Παπακωσταντίνου, «Εκπαίδευση-κατάρτιση ως τομείς επένδυσης σε ανθρώπινο κεφάλαιο», στο Ανεργία, Εργασία, όπ. παρ. σελ. 126.
[52] Βλέπε Σύμβουλος αξιολόγησης ΕΠΕΑΕΚ, Ειδική μελέτη, Έργα αρχικής κατάρτισης ΕΠΕΑΕΚ. Η απασχόληση των αποφοίτων δημοσίων ΙΕΚ, Αθηνα, Ιανουάριος 2000, σελ. 43
[53] Βλέπε Γαβριήλ Αμίτσης, Θεσμοί και πολιτικές επαγγελματικής κατάρτισης, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2000, σελ.88.
[54] Βλέπε Γνώμη της ΟΚΕ, όπ.παρ., σελ. 5. Επίσης Διονύσης Μπαλούρδος, Μανώλης Χρυσάκης, «Προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης: στατιστικές ενδείξεις, αξιολόγηση και προοπτικές», στο Ανεργία, Εργασία, όπ.παρ., σελ. 133. Βλέπε επίσης έρευνα του Τμήματος Κοινωνιολογίας, Σχολή Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Κρήτης και του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Ζήτηση συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κίνητρα ενδιαφερομένων στην Ελλάδα, 2000, στην Ενημέρωση, τεύχος 61-62, Ιούλιος –Αύγουστος 2000, σελ. 9-32.
[55] Βλέπε Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση στην Ελλάδα 2001, Απρίλιος 2001, σελ.17.
[56] Βλέπε ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Ετήσια έκθεση 2000, όπ.παρ., σελ.115.
[57] Είναι γνωστό ότι ένα μεγάλο μέρος τς αύξησης του τομέα των υπηρεσιών σχετίζεται άμεσα με τις νέες παραγωγικές δομές των επιχειρήσεων, οι οποίες απλώς μεταφέρουν λειτουργίες τους έξω από την συμβατική δομή της επιχείρησης. Έτσι, η απασχόληση σ’ αυτές τις λειτουργίες μπορεί να καταγράφεται στον τομέα των υπηρεσιών αλλά είναι άμεσα συνδεδεμένη με έναν δυναμικό δευτερογενή τομέα. Βλέπε γιαυτό το ζήτημα Gosta Esping-Andersen, Social Foundations of Postindustrial Economics, Oxford University Press, 1999, σελ.103-116. Για ενίσχυση του δευτερογενή τομέα ομιλεί και η ΓΣΕΕ. Βλέπε Ετήσια έκθεση 2000, όπ.παρ.
[58] Τα στοιχεία αυτά είναι από τη μελέτη του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπ. παρ.
[59] Η νέα ειδικότητα είναι των Τεχνολογιών Πληροφορία/Επικοινωνιών και ακολουθούν τέσσερις «παραδοσιακές» ειδικότητες: οικονομικών/λογιστικής, μηχανολόγων μηχανικών και χημικών, μεταλλουργών/μεταλλειολόγων και των πωλήσεων/μάρκετινγκ. Στις ειδικότητες προ-τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κυριαρχεί με διαφορά αυτή των τεχνιτών μηχανολόγων και των χειριστών μηχανών. Βλέπε ΣΕΒ, «Οι ανάγκες των επιχειρήσεων σε ειδικότητες αιχμής», Δελτίο ΣΕΒ, Ιούνιος-Ιούλιος 2001, σελ. 3-5.
[60] Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Σύνοψη αποτελεσμάτων έρευνας αγοράς και μελέτης: Σύνδεση εξειδικευμένης συνεχιζόμενης κατάρτισης ανέργων με τις ανάγκες των επιχειρήσεων, Αθήνα, Ιούλιος 2001, σελ. 26-27.
[61] ΟΑΕΔ, ΙΕΚΕΠ-Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τα κοινωνικά δίκτυα ως μέσο ενσωμάτωσης των αποφοίτων της αρχικής κατάρτισης του ΟΑΕΔ, Έρευνα πεδίου, Φεβρουάριος 2000, σελ. 90. Επίσης, Σύμβουλος αξιολόγησης ΕΠΕΑΕΚ, Ειδική μελέτη, Έργα αρχικής κατάρτισης ΕΠΕΑΕΚ. Η απασχόληση των αποφοίτων δημοσίων ΙΕΚ, όπ. παρ., σελ. 94, 110.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.