Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ



ΕΝΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ[1]

Κωνσταντίνος Γεώρμας,
Δρ Κοινωνιολογίας, συγγραφέας, εισηγητής ΕΣΔΔΑ,
Μεσολλόγι, 10 Νοεμβρίου 2011


Αγαπητοί φίλοι και φίλες καλησπέρα σας

Κατ’ αρχάς να ευχαριστήσω του διοργανωτές του συνεδρίου για την ευγενική τους χειρονομία, την πρόσκληση σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό συνέδριο. Να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον κύριο Μαυριδάκη, και φυσικά τους συμπάσχοντες στην προσπάθεια για μια εναλλακτική πρόταση τον Δημήτρη Καπογιάννη και τον Τάκη Νικολόπουλο.
Πραγματικά θεωρώ την προβληματική του συνεδρίου ιδιαίτερα κρίσιμη. Σήμερα, όλη η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στο ζήτημα του χρέους, θεωρώ ότι είναι απαραίτητη μία άλλη, παράλληλη συζήτηση. Μια συζήτηση, που όπως περιγράφει το πρόγραμμα του συνεδρίου, πρέπει να διερευνήσει πώς φθάσαμε ως εδώ. Μια συζήτηση που θα περιγράψει το οικονομικό μοντέλο, τις οικονομικές ελίτ που ωφελήθηκαν από αυτό, τις οικονομικές και κομματικές ελίτ που μπλόκαραν την ανάπτυξη ενός άλλου οικονομικού μοντέλου. Και παράλληλα με την απόδοση ευθυνών, πρέπει να σκιαγραφηθεί άμεσα ένα πρόταγμα για μια εναλλακτική διέξοδο από την κρίση.


Ι. Η κρίση του Ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης



Η παρασιτική και διαπλεκόμενη δομή της ελληνικής παραγωγικής δομής

Κατά τη μεταπολίτευση άρχισαν να διαφαίνονται τα βαθιά προβληματικά θεμέλια του μεταπολιτευτικού οικονομικού μοντέλου. Έτσι, σε αυτή την περίοδο είχαμε την εστίαση στην μείωση του εργατικού κόστους και όχι σε παραγωγικές επενδύσεις σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας. Όπως τονίζει ο Γιαννίτσης, βασικός στόχος ήταν η ενίσχυση των «εύκολων» στην παρουσίαση υψηλών δεικτών τομέων (όπως οι κατασκευές, οι υποδομές, η κατοικία, ο τουρισμός κ.λπ) και η εμμονή στις υπηρεσίες (όπως π.χ. ο τουρισμός, το εμπόριο)[2].
Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Πλήρης απαξίωση της μεταποίησης, μηδενισμός σχεδόν των παραγωγικών και εκσυγχρονιστικών επενδύσεων στην γεωργία, αδιαφορία σε στρατηγικό σχεδιασμό για την διαφοροποίηση της παραγωγής, απουσία επενδύσεων υποδομής που να εντάσσονται σε ένα συνολικό στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης, ανυπαρξία δαπανών στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης.
Στον τομέα των επιχειρήσεων κυριαρχεί η οικογενειακή δομή, και μάλιστα ενός συγκεκριμένου τύπου «κοντόφθαλμη» επιχειρηματικά οικογενειακή δομή. Συνέπεια αυτού είναι η απουσία συγχωνεύσεων μεταξύ ομοειδών επιχειρήσεων για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας, η άρνηση δικτύωσης και δημιουργίας συστάδων, ο μη εκσυγχρονισμός των επιχειρήσεων μέσω της κατάρτισης των επικεφαλής και των εργαζομένων σε αυτές, η μη χρήση νέων μεθόδων διοίκησης και λειτουργίας.
Ο Δρακάτος επισημαίνει ότι σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο, η αναπτυξιακή διαδικασία, συμβαδίζει με μια ισχυρή ελλειμματικότητα στις διεθνείς συναλλαγές προϊόντων και υπηρεσιών και αυτό οδήγησε σε μία αυξανόμενη εξάρτηση της οικονομίας από τον διεθνή δανεισμό[3].
Την παρασιτική δομή της ελληνικής οικονομίας στήριξαν σε σημαντικό βαθμό οι τράπεζες. Η είσοδος της χώρας στην ΟΝΕ εξασφάλισε χαμηλά επιτόκια, και στη συνέχεια, οι τράπεζες, για να αυξήσουν τα κέρδη τους, διοχέτευσαν αφειδώς κεφάλαια σε τομείς όπως η κατασκευή πολυτελών κατοικιών, εξοχικών κατοικιών, πισινών, ακριβών αυτοκινήτων και ταξιδιών σε εξωτικές χώρες.
Φυσικά, υπάρχει και ένας κοινωνιολογικός παράγοντας που έχει συμβάλει στην κατάρρευση της οικονομίας της χώρας. Αυτός δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι οι ελίτ της χώρας αλλά και μεγάλο μέρος των μεσαίων και των μικρομεσαίων στρωμάτων, προέβαλλαν την κοινωνική τους θέση μέσα από ένα καταναλωτικό πρότυπο που βασιζόταν στην κατανάλωση φιρμάτων προϊόντων.
Επιπλέον, η παρασιτική δομή της κατανάλωσης στηρίζεται σε δύο ακόμα παράγοντες. Ο ένας είναι η χρήση των κοινοτικών κονδυλίων. Όπως τονίζει ο Βεργόπουλος, στην Ελλάδα οι ευρωπαϊκοί πόροι δεν τονώνουν ούτε την επένδυση ούτε την κατανάλωση αλλά διοχετεύονται κατ’ ευθείαν στην αποταμίευση κάποιων υψηλών εισοδημάτων[4]. Ο άλλος παράγοντας είναι η διαφθορά/παραοικονομία.

ΙΙ. Εναλλακτικές προτάσεις για ένα δίκαιο, βιώσιμο και παραγωγικό εναλλακτικό μοντέλο

Η ανατροπή του υφιστάμενου κοινωνικού και παραγωγικού μοντέλου αποτελεί ένα ηράκλειο έργο. Απαιτεί μελέτη, ανάλυση, όραμα, αφοσίωση, επιμονή, καινοτομικές δράσεις, αλλαγή νοοτροπιών. Διότι ας μην γελιόμαστε. Τα γνωρίσματα που διέπουν την οικονομία και την κοινωνία γενικότερα είναι γνωρίσματα που εμποδίζουν, δημιουργούν κωλύματα στην ανάπτυξη ενός εναλλακτικού παραγωγικού μοντέλου.

Δημόσιος τομέας

Επιτρέψτε μου να μιλήσω κατ’ αρχάς για τον δημόσιο τομέα και το κράτος. Ο Χέγκελ, μας θυμίζει ο Παπαϊωάννου[5], επισημαίνει ότι οι ιδιώτες και η αγορά, δεν διαθέτουν καμμία συνείδηση της ολότητας των κοινωνικών αναγκών... Απέναντι στη φυσική τάξη των αγροτών και την σκεπτόμενη τάξη των παραγωγών βιομηχανικών προϊόντων μόνον η κρατική γραφειοκρατία μπορεί να παρουσιαστεί σαν μία οικουμενική τάξη ικανή να ανυψωθεί πάνω από τον αντιφατικό και διασπασμένο οικονομικό κόσμο, να θεωρήσει την ολότητα των αναγκών από μια οικουμενική σκοπιά και να ζητήσει συνειδητά και συστηματικά να επιβάλλει και να συγκρατήσει την ενότητα του συνόλου.
Εάν η γραφειοκρατία αποτελεί την έκφραση του συλλογικού συμφέροντος όλες οι παθογένειες της ελληνικής περίπτωσης οφείλονται ακριβώς στο γεγονός ότι οι πολιτικές ελίτ καλλιεργούσαν ακριβώς το αντίθετο: η τοποθέτηση στο κράτος μέσα από κομματικές σχέσεις, η καλλιέργεια της διαφθοράς του δημόσιου λειτουργού μέσα από τη μίζα, του γιατρού μέσα από το φακελάκι, του πολεοδόμου μέσα από τη μίζα για την άδεια του αυθαιρέτου, του αστυνομικού μέσα από τη μίζα για να παραβλέπει τα δίκτυα πορνείας και διακίνησης ναρκωτικών και της νύχτας, του πανεπιστημιακού μέσα από τα προγράμματα δεν είναι παρά η προσπάθεια «ιδιωτικοποίησης», ή μήπως καλύτερα, «ιδιωτικής οικειοποίησης», κομματικής οικειοποίησης, ενός θεσμού που θα έπρεπε να εκπροσωπεί το συλλογικό καλό.
Το πρόβλημα με το ελληνικό κράτος δεν είναι τόσο η διόγκωσή του, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι μαινάδες του ΣΕΒ, του Μέγκα και της Καθημερινής, όσο ότι δεν υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο υπάρχει. Και αυτό είναι τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, ο στρατηγικός σχεδιασμός, οι εθνικές παραγωγικές πολιτικές.
Προσωπικά θεωρώ ότι το κράτος πρέπει να διαμορφώσει τις λειτουργίες του προς τρεις κύριες κατευθύνσεις. Η πρώτη κατεύθυνση έχει να κάνει με τον συμβουλευτικό, υποστηρικτικό ρόλο προς την οικονομία, σε τομείς στρατηγικής σημασίας. Η δεύτερη κατεύθυνση πρέπει να είναι στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Η τρίτη κατεύθυνση έχει να κάνει με την αναβάθμιση των ελεγκτικών μηχανισμών.


Κατασκευές υποδομών-ενέργεια

Η πρώτη προτεραιότητα είναι επενδύσεις στις υποδομές για το μέλλον, για τη διάχυση του οποιουδήποτε νέου οικονομικού υποδείγματος. Άλλωστε, μία από τις συνέπειες της απουσίας εθνικής στρατηγικής για την οικονομία και της διαφθοράς είναι η απουσία υποδομών. Υποδομών στις μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες, τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, κ.λπ. Και εδώ, ο ρόλος του κράτους είναι αποφασιστικός.
Στον τομέα της ενέργειας είναι απαραίτητη η υποστήριξη της ανάπτυξης ήπιων μορφών ενέργειας (βιοκαύσιμα, βιομάζα, αιολική, ηλιακή κλπ.), αφού πέραν των κλιματικών αλλαγών, αυτές οι μορφές ενέργειας είναι φιλικές, εάν υλοποιηθούν με συγκεκριμένο τρόπο, με την περιφερειακή ανάπτυξη και συμβάλλουν στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας.


Βιώσιμη ανάπτυξη

Α) Περιφερειακή ανάπτυξη-Μεταφορά της πρωτεύουσας
Δεν υπάρχει περίπτωση βιώσιμης ανάπτυξης, χωρίς ένα συνολικό σχεδιασμό ανάπτυξης της περιφέρειας. Στόχος αυτού του σχεδιασμού είναι η κάλυψη των αναγκών σε τοπικό επίπεδο. Μόνο έτσι θα καταστεί δυνατό όχι μόνο να συγκρατηθεί ο πληθυσμός στην περιφέρεια, αλλά και αυτή να καταστεί ελκυστική για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες των Ελλήνων. Το αίτημα της μεταφοράς της πρωτεύουσας πρέπει να ξαναγίνει στοιχείο του πολιτικού λόγου και να αποτελέσει το σύμβολο για μία διαφορετική αναπτυξιακή πολιτική.

Β) Βιώσιμες Πόλεις
Ένα άλλο βασικό στοιχείο στο στοίχημα της βιώσιμης ανάπτυξης αλλά και της αξιοπρεπούς διαβίωσης είναι το ζήτημα των πόλεων. Το γεγονός ότι στη χώρα μας ακόμα και οι περιοχές των αρχουσών ελίτ μοιάζουν με εγκαταλελειμμένες περιοχές είναι χαρακτηριστικό της παρασιτικής ανάπτυξης. Ακόμα και η ασχήμια των πόλεων μας δεν στοχεύει σε τίποτε άλλο παρά στο να τσακίσει μία αξιοπρεπή ταυτότητα, αφού η ομορφιά συμβάλει σε αυτή. Σήμερα είναι αναγκαίες οι επενδύσεις σε βιώσιμες πόλεις, γεγονός που συνεπάγεται αλλαγές σε πολλαπλά επίπεδα. Η αναδιαμόρφωση των πόλεων πρέπει να στοχεύει στην αναζωογόνηση των δημόσιων χώρων, την ανασύσταση των γειτονιών, την δημιουργία παραγωγικών δραστηριοτήτων στο τοπικό επίπεδο, την παροχή υπηρεσιών –κοινωνικών και άλλων– στο τοπικό επίπεδο. Στοιχείο των βιώσιμων πόλεων είναι οι ανθρώπινες κοινότητες σε τοπικό επίπεδο, κοινότητες που αποτελούν και συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας[6].

Γ) Γεωργία
Δεν μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητη οικονομική πολιτική χωρίς τη διασφάλιση της διατροφικής ανεξαρτησίας. Η παραμέληση της γεωργίας είναι τέτοια που μας έχει οδηγήσει σε εξάρτηση ακόμα και σε βασικά αγαθά όπως το σιτάρι, για να μην μιλήσουμε για το κρέας και το γάλα. Κεντρικός μας στόχος πρέπει να είναι η κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού και ο κάθετος περιορισμός των εισαγωγών.

Δ) Μεταποίηση
Μεγάλη είναι η συζήτηση αυτές τις μέρες από διάφορα μελετητικά κέντρα που αναφέρονται για μία νέα πρόταση για την ελληνική οικονομία. Έχοντας ασχοληθεί ιδιαίτερα με τις πολιτικές της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου[7], θεωρώ ότι όλες αυτές οι κορώνες περί «αύξησης της ανταγωνιστικότητας της χώρας» έτσι ώστε να πουλάμε στο εξωτερικό για να έχουμε λεφτά να πληρώνουμε τα χρέη μας είναι εκ του πονηρού. Ναι. Είναι πράγματι ουσιαστικό να ενισχύσουμε τις εξαγωγές μας, αλλά μεγάλη έμφαση πρέπει να δοθεί και στην κάλυψη των εγχώριων αναγκών από ίδια μέσα. Και εδώ, η ενίσχυση της μεταποίησης αποτελεί έναν από τους κεντρικούς στόχους για το μέλλον. Ιδιαίτερο βάρος θα πρέπει να δοθεί στην έρευνα και την ανάπτυξη, έτσι ώστε μέσα από την γνώση και την καινοτομία να παραχθούν καινούργια και πιο ανταγωνιστικά προϊόντα. Όπως έχει επισημάνει ο Ναξάκης, πρέπει να υπερκεραστεί η εξάρτηση από τεχνολογικές εισροές από το εξωτερικό, να καταπολεμηθεί η έλλειψη εγχώριων παραγόμενων τεχνολογιών και να καλλιεργηθεί εργατικό δυναμικό υψηλών δεξιοτήτων[8].
Επιπλέον, η μεταποίηση πρέπει να συνδεθεί με την πράσινη οικονομία.


ΙΙΙ. Η πρόκληση της κοινωνικής οικονομίας και η συμβολή της στο παραγωγικό μοντέλο του μέλλοντος

Η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας στην Ελλάδα παρουσιάζει τα ίδια περίπου χαρακτηριστικά με αυτά που διακρίνουν τους άλλους δυναμικούς παραγωγικούς τομείς. Έτσι, το μικρό μέγεθος, η απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η έλλειψη υψηλά ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, η απουσία δικτύωσης και η επιμονή στο μαγαζάκι μας, η απουσία μίας εικόνας προς το κοινωνικό σύνολο για τις δράσεις των υπαρκτών φορέων, οι ζηλοτυπίες και οι μικροανταγωνισμοί, η απουσία πόρων είναι στοιχεία που υπονομεύουν το ενδεχόμενο παραγωγικό δυναμικό αυτού του τομέα.
Ένα από τα ερωτήματα που εγείρονται είναι το γιατί, αφού οι κοινωνικές επιχειρήσεις ευδοκιμούν σε όλο τον κόσμο, στην Ελλάδα δεν έχουν μία παρόμοια εξέλιξη; Πέραν των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει πρώτα να δούμε τι χρειάζονται για να ευδοκιμήσουν. Έτσι λοιπόν χρειάζονται την υποστήριξη των τοπικών αρχών και των δημόσιων οργανισμών. Την υποστήριξη από ΜΚΟ και εθελοντές. Την υποστήριξη από τον ιδιωτικό τομέα. Την δικτύωση με άλλες παρόμοιες οργανώσεις. Χρειάζονται ένα επιχειρηματικό πνεύμα γιατί πρέπει να αναγνωρίζουν ευκαιρίες στις αγορές. Χρειάζονται μια κατάλληλη ομάδα διαχείρισης, με προηγούμενη επιχειρηματική εμπειρία, με μανατζίριαλ προσέγγιση για να υπάρχει σωστή διαμόρφωση της σχέσης μελών/εργαζομένων. Χρειάζονται αφοσίωση στην επιχείρηση. Χρειάζονται χρηματοδότηση, ιδιαίτερα στην εναρκτήρια φάση. Χρειάζονται συλλογικό πνεύμα και τέλος, αν και το πιο αποφασιστικό, χρειάζονται πάθος.
Στην Ελλάδα, σε μεγάλο βαθμό, οι τοπικές αρχές είναι διεφθαρμένες. Η κοινωνία των πολιτών χρησιμοποιεί τον εθελοντισμό ως πάτημα για μία γνωριμία για να βρει μία θέση. Το επιχειρηματικό πνεύμα είναι απών, τουλάχιστον από αυτούς που υποτίθεται ότι διάκεινται φιλικά προς την ιδέα των κοινωνικών επιχειρήσεων. Οι ΜΚΟ ασχολούνται με ..ότι χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα διάφορα ιδρύματα τύπου Σόρος. Οι απόφοιτοι των πανεπιστημίων, που διαθέτουν την αναγκαία για τη δημιουργία μίας κοινωνικής επιχείρησης τεχνογνωσίας, είτε αναζητούν μία θέση στο δημόσιο είτε …μεταναστεύουν. Το κράτος, που θα μπορούσε να αναλάβει την πρωτοβουλία, κομματοκρατείται, και οι κομματικοί παράγοντες που επικάθονται κατά καιρούς στη δημόσια διοίκηση, μάλλον ενδιαφέρονται για τις μίζες από τα διάφορα κοινοτικά κονδύλια και συνεπώς δεν θέλουν να …χάνονται χρήματα προς ευπαθείς ομάδες! Όσο για τους συνδικαλιστές, δεν χρειάζεται νομίζω να επεκταθώ στο ζήτημα…
Ίσως να ακουστώ λίγο κρατιστής, αλλά, θεωρώ ότι η ιστορία της ανάπτυξης του τομέα της κοινωνικής οικονομίας έχει δείξει ότι η σχέση του με το κράτος, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι μία σχέση αλληλοεξυπηρέτησης, αλληλοεπικάλυψης, αλληλοπεριχώρησης.  Σημειώνω ένα μόνο γεγονός: τα στοιχεία δείχνουν ότι το 70% των πόρων για την λειτουργία του τομέα, προέρχονται από αυτό. Συνεπώς, όσο και αν φαίνεται παράταιρο, η διαμόρφωση ενός δημόσιου τομέα στην υπηρεσία του κοινού καλού και στην υπηρεσία του λαού και του εθνικού συμφέροντος, είναι ένας πρωτεύον παράγοντας για την ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας.
Ο Μάρεη, ένας Βρετανός ακτιβιστής της κοινωνικής οικονομίας, λέει σε ένα πολύ ενδιαφέρον δοκίμιό του: ένας ορισμός της κοινωνικής οικονομίας «είναι όλοι αυτοί οι τομείς που δεν διασυνδέονται με την ιδιωτική κερδοσκοπία. Περιλαμβάνουν το κράτος, αλλά επίσης και την ‘οικονομία των πολιτών’ του φιλανθρωπικού τρίτου τομέα, τις κοινωνικές επιχειρήσεις και τους συνεταιρισμούς που λειτουργούν στην αγορά, και τους πολλαπλούς κλάδους της αμοιβαίας οικονομίας των νοικοκυριών-τα ίδια τα νοικοκυριά, τα κοινωνικά δίκτυα, τους άτυπους ομίλους καθώς και τα κοινωνικά κινήματα»[9]. Βλέπουμε λοιπόν ότι διευρύνει ιδιαίτερα τον ορισμό του τομέα.
Σήμερα, η κρίση που βιώνουμε είναι μία κρίση της πραγματικής οικονομίας, είναι μία κρίση ενός συνολικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Συνεπώς, μία από τις λειτουργίες της κοινωνικής οικονομίας, στο βαθμό που θέλει να αποτελεί μέρος της πρότασης για το μέλλον είναι και η κοινωνικοποίηση τομέων της αγοράς. Με άλλα λόγια, η υλοποίηση της ρήσης του Μοχάμαντ Γιούνους ότι οι κοινωνικές επιχειρήσεις είναι οι πιο ελπιδοφόρες μορφές κοινωνικής καινοτομίας και συχνά είναι καλύτερα τοποθετημένες στην παροχή υπηρεσιών από το κράτος ή τα φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Σήμερα η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, αποτελεί αναγκαιότητα έτσι ώστε να διαχυθούν και στην υπόλοιπη κοινωνία και οικονομία, οι αρχές που διέπουν την κοινωνική οικονομία, αρχές που τόσο τις έχει ανάγκη η κοινωνία μέσα σε αυτή τη κρίση που βιώνει. Η κοινωνική οικονομία μπορεί και πρέπει να ρυθμίσει τις σημαντικές οικονομικές ανισότητες που κυριαρχούν στην ελληνική παρασιτική, καταναλωτική οικονομία και κοινωνία. Η κοινωνική οικονομία μπορεί και πρέπει να αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα στην προώθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης, την τοπική ανάπτυξη, την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, την ανάπτυξη του εθελοντισμού και του αλτρουϊσμού, τη διαμόρφωση συλλογικοτήτων. Παράγοντες που χωρίς την ύπαρξή τους είναι αδύνατη η ανάπτυξη μίας εθνικά ανεξάρτητης, βιώσιμης και κοινωνικά δίκαιης οικονομίας. Σήμερα, η κοινωνική οικονομία προσφέρει τη δυνατότητα για μια πιο εξισωτική ανάπτυξη. Σήμερα, η κοινωνική οικονομία μπορεί να αποτελέσει παράγοντα αύξησης του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου.
Σήμερα είναι επείγουσα η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης του τομέα που:
§  Θα διαμορφώσει και θα δημοσιοποιεί ένα όραμα για την κοινωνική οικονομία. Η κοινωνική οικονομία, σήμερα, χρειάζεται ένα μανιφέστο. Σε αυτό θα καθορίζονται οι πόροι, τα μέσα, οι αντικειμενικοί στόχοι αυτού του μανιφέστου-οράματος για τον τομέα.
§  Θα βοηθήσει τους ανθρώπους να καταλάβουν τι είναι και τι προσφέρουν οι κοινωνικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να ενταθεί η επίγνωση του ρόλου τους τόσο μεταξύ των δυνητικών επενδυτών και όσο και στους καταναλωτές.
§  Θα διασφαλίζει τους απαραίτητους πόρους για την ύπαρξή της.
§  Θα διαμορφώνει εκείνες τις υποστηρικτικές δομές που είναι αναγκαίες για την διαμόρφωση, την στήριξη και την δημιουργία καινοτόμων πρωτοβουλιών του τομέα.
Ας μην τρέφουμε βέβαια αυταπάτες ότι όλα θα είναι ρόδινα. Θα πρέπει να διαθέτουμε την επίγνωση ότι η ανάπτυξη του τομέα έρχεται σε άμεση σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα, για τον απλούστατο λόγο ότι το κύκλωμα της διαφθοράς και της κομματοκρατίας δεν θέλει να χάνονται πόροι σε δράσεις κοινωνικές γιατί έτσι χάνουν μέρος από την πίτα της μίζας.
Για να παίξει το σημαντικό της ρόλο η κοινωνική οικονομία, δηλαδή για να περάσει από το ρόλο του επιβοηθητικού τομέα στο ρόλο του τομέα που αποτελεί πρωτοπορία στην καινοτομία όλοι οι παράγοντες της κοινωνικής οικονομίας πρέπει να μετασχηματιστούν τόσο θεσμικά και όσο και στις ανθρώπινες και τεχνολογικές δυνατότητές τους. Επιπλέον, ένα ζητούμενο είναι η διασύνδεση με άλλες παρόμοιες πρωτοβουλίες. Είναι ανεπίτρεπτο να μην υπάρχουν σήμερα θεσμοί οι οποίοι να φέρνουν κοντά τις υφιστάμενες δράσεις και πρωτοβουλίες. Γιατί η δικτύωση αυξάνει τους πόρους, διαχέει την τεχνογνωσία και ενισχύει την αλληλεγγύη. Από αυτή την άποψη η πρόσφατη πρωτοβουλία για την διασύνδεση των ΚΟΙΣΠΕ είναι νομίζω μία ελπιδοφόρα πρωτοβουλία.
Στο ζήτημα αυτό θεωρώ ότι σημαντικότατο ρόλο έχουν να παίξουν οι ερευνητές και οι σχολές που έχουν συνάφεια με το ζήτημα. Αυτό που πρέπει να καλλιεργηθεί το επόμενο διάστημα είναι η ανάπτυξη της έρευνας στον τομέα, ο πολλαπλασιασμός των δημοσιευμάτων και η διαμόρφωση και η δημοσιοποίηση προτάσεων.
Πέραν των «παραδοσιακών» τομέων που δραστηριοποιείται η κοινωνική οικονομία, η κρίση αναδεικνύει και κάποιες άλλες ενδιαφέρουσες πρακτικές. Στην Αργεντινή, ένα μεγάλο μέρος της δραστηριοποίησης της κοινωνικής οικονομίας, αφορούσε την επαναλειτουργία προβληματικών επιχειρήσεων από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Στην Ελλάδα είναι πολλές οι επιχειρήσεις που λόγο της ασφυξίας που έχει επιβάλει το τραπεζικό κεφάλαιο, έχουν πρόβλημα ρευστότητας που της οδηγεί στην αναστολή των δραστηριοτήτων τους. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, στην Αργεντινή, οι εργαζόμενοι επέλεξαν τον δρόμο της μετατροπής των επιχειρήσεων σε κοινωνικές επιχειρήσεις.[10].
Ο κύριος στόχος των εργαζομένων ήταν η επιβίωση της εταιρείας και η διατήρηση των θέσεων εργασίας. Η διαδικασία δεν ήταν εύκολη και απαιτούσε θυσίες. Τα εμπόδια είχαν να κάνουν με την εχθρότητα των συνδικάτων, τις νομικές επιπλοκές για την ιδιοκτησία του εργοστασίου, την σύναψη δανείων και την επαναλειτουργία των μηχανημάτων. Στο επίπεδο της λειτουργίας, η οριζόντια δομή λήψης αποφάσεων απαιτούσε μεγαλύτερη αφοσίωση από τους εργαζόμενους, το οποίο όμως είχε και τις θετικές πλευρές, όπως την πιο εξισωτική μισθοδοσία, μολονότι αρχικά οι μισθοί έτειναν να είναι χαμηλοί[11].
Υπάρχουν και άλλοι τομείς όπου σήμερα, άμεσα, μπορούν να δραστηριοποιηθούν κοινωνικές επιχειρήσεις, με ιδιαίτερα ορατά αποτελέσματα. Το τελευταίο το λέω, γιατί χρειαζόμαστε παραδείγματα με ιδιαίτερη δημοσιότητα για να λειτουργήσουν ως θετικές εικόνες για τον τομέα.


Επίλογος

Αγαπητοί φίλοι και φίλες

Σήμερα, «η πλήρης χρεωκοπία του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης επιτάσσει την ανάγκη μιας ριζικής επαναπροσέγγισης της ανάπτυξης με κατεύθυνση την υποστήριξη και την αναγέννηση των τοπικών κοινοτήτων. [Επιτάσσει επίσης] τη δημιουργία μικρών και προσαρμοσμένων παραγωγικών μονάδων με ένα σύστημα συμμετοχικής διακυβέρνησης»[12]. Σήμερα πρέπει να δοκιμαστούν νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας. Σε αυτό το πρόταγμα, ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας είναι πολύπλευρος, γιατί αυτή μπορεί να συνεισφέρει σε μια πολυδιάστατη αναπτυξιακή στρατηγική[13].
Σήμερα, η κρίση είναι σίγουρο ότι θα απελευθερώσει εκείνες τις αξίες της αλληλεγγύης, της αυτονομίας, της ανεξαρτησίας, της δικαιοσύνης που ο παρασιτικός καταναλωτισμός των προηγούμενων δεκαετιών είχε θάψει στο υποσυνείδητό μας.
Το αίτημα λοιπόν πρέπει να είναι η οικονομική ανεξαρτησία, η δίκαιη διανομή εισοδημάτων και το τέλος της πολιτικής δωροδοκίας. Το αίτημα πρέπει να είναι η βιώσιμη ανάπτυξη, η αξιοπρεπής διαβίωση και η αξιοπρεπής εργασία. Το αίτημα πρέπει να είναι η ενίσχυση του κράτους και η καταπολέμηση της διαφθοράς. Το αίτημα πρέπει να είναι η περιφερειακή ανάπτυξη. Το αίτημα είναι η ανάπτυξη μίας αλληλέγγυας οικονομίας για μία Ελλάδα με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή, μια Ελλάδα με ενισχυμένη την διάσταση της αλληλεγγύης.

Ευχαριστώ




[1] Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στο Επιστημονικό Συνέδριο «Η Ευρώπη και η Ελλάδα μετά την εκδήλωση της κρίσης», Τεχνολογικό Ίδρυμα Μεσολογγίου, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, Πέμπτη 10 και Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011, Κεντρικό Αμφιθέατρο, Τ.Ε.Ι. ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ.
[2] Τάσος Γιαννίτσης, «Διαρθρωτικά προβλήματα», στο κεφάλαιο Οικονομία, στον τόμο Ελλάδα. Το παρελθόν και το μέλλον του Ελληνισμού, Τόμος Γ,  Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 2007.
[3] Κωνσταντίνος Γ. Δράκάτος, Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2009.
[4] Κώστας Β. Βεργόπουλος, Η αρπαγή του πλούτου. Χρήμα, εξουσία, διαπλοκή στην Ελλάδα, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 2005, σελ. 87-88.
[5] Κώστας Παπαϊωάννου, Κράτος και φιλοσοφία. Ο διάλογος Μαρξ-Χέγκελ, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Θεωρία 12, 1990.
[6] Christopher Lasch, The Revolt of the Elites and the Betrayal of Democracy, W.W.Norton & Company, 1995, σελ. 8
[7] Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, Παγκοσμιοποίηση και Φτώχεια. Τα ιδεολογικά πλαίσια και οι πολιτικές των διεθνών οργανισμών για την καταπολέμηση της φτώχειας, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2006, σελ. 75-148 και 283-319.
[8] Χάρης Ναξάκης, «Η οικονομία της γνώσης. Η περίπτωση της Ελλάδας», στο Χρήστος Κόλλιας, Χάρης Ναξάκης, Μιχάλης Χλέτσος (επιμ.), Σύγχρονες προσεγγίσεις της ελληνικής οικονομίας, Εκδόσεις Πατάκη, 2009, σελ. 454.
[9] Robin Murray, Danger and opportunity. Crisis and the new social economy, The Young Foundation/NESTA, 2009, σελ. 10.
[10] Jose Luis Coraggio and Maria Sol Arroyo, «A path to the social economy in Argentina: worker takeovers of bankrupt companies», στο Ash Amin (ed.) The Social economy. International perspectives on economic solidarity, Zed books, 2009.
[11] Mario M. Roitter & Alejandra Vivas, «Argentina», στο Janelle A. Kerlin (ed.), Social enterprises. A global comparison, Tuft Univeristy Press, 2009.
[12] Νίκος Ντάσιος, «Υπάρχει μέλλον για την κοινωνική οικονομία στη χώρα μας», Εφημερίδα Ρήξη, Φύλλο 26, 2008.
[13] Xavier Greffe, «The Role of social Economy in Local Development», στο Antonella Noya and Emma Clarence, The Social Economy. Building Inclusive Economies, OECD, 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.